There are no translations available.

O Παιδικός Σταθμός ως χώρος διαμόρφωσης της προσωπικότητας  και προαγωγής της ψυχικής ανθεκτικότητας

Κατερίνα Μανιαδάκη
Αναπλ. Καθηγήτρια Αναπτυξιακής Ψυχοπαθολογίας
Πανεπιστήμιο Δυτικής Αττικής, Τμήμα Κοινωνικής Εργασίας
Διευθύντρια Κέντρου Υπηρεσιών Ψυχικής Υγείας και Ειδικής Αγωγής «ΑΡΣΗ»

Η εισήγηση αυτή, η οποία πραγματοποιείται στα πλαίσια του Διεθνούς Συνεδρίου Προσχολικής Αγωγής και Εκπαίδευσης, βρίσκει τον κλάδο των παιδαγωγών προσχολικής ηλικίας σε μια πολύ ιδιαίτερη στιγμή του. Σε μια στιγμή όπου πλήττεται και αμφισβητείται το πιο ζωτικό στοιχείο της ύπαρξής του, η ταυτότητά του. Με αφορμή λοιπόν αυτή τη χρονική συγκυρία, η εισήγηση αυτή στοχεύει να αναδείξει ορισμένα κυρίαρχα χαρακτηριστικά της ταυτότητας του παιδαγωγού προσχολικής ηλικίας με απώτερο σκοπό τη διατήρηση της υψηλής αυτοεκτίμησης των επαγγελματιών στους οποίους η οικογένεια και η πολιτεία εμπιστεύεται καθημερινά τα παιδιά της στην τρυφερή, ευαίσθητη και εξαιρετικά κρίσιμη βρεφική και νηπιακή ηλικία. Η διατήρηση ακμαίου ηθικού και θετικής αυτοεικόνας των παιδαγωγών προσχολικής ηλικίας είναι ύψιστης σημασίας προκειμένου να μην προσαρμόζονται σε χαμηλές προσδοκίες και να μην αποδέχονται την υποβάθμιση του καθοριστικού τους ρόλου στη διαμόρφωση της προσωπικότητας και στην προαγωγή της ψυχικής ανθεκτικότητας των παιδιών.

Καταρχήν, κρίνεται σκόπιμη η διευκρίνιση ορισμένων κεντρικών εννοιών, όπως «φροντίδα, αγωγή, εκπαίδευση, κλπ.». Κάθε προσπάθεια υποβάθμισης του ρόλου του παιδαγωγού προσχολικής ηλικίας η οποία βασίζεται στη διαφοροποίηση αυτών των εννοιών είναι παντελώς άτοπη διότι οι βασικές έννοιες της παιδαγωγικής, όπως η αγωγή, η μόρφωση, η μάθηση, η εκπαίδευση, η διδασκαλία και η παιδεία αφορούν σε όλα τα αναπτυξιακά στάδια του ατόμου, από τη γέννηση μέχρι και την ενηλικίωση, και δεν εμφανίζονται στη ζωή του από μια ηλικία και μετά. Επομένως, τόσο οι παιδαγωγοί προσχολικής ηλικίας, όσο και οι νηπιαγωγοί, οι δάσκαλοι και οι καθηγητές εμπλέκονται ενεργά με όλες αυτές τις έννοιες.
Κατά την εκτίμησή μου, ωστόσο, ιδιαίτερη βαρύτητα έχουν οι έννοιες της αγωγής και της εκπαίδευσης. Ως αγωγή, ορίζεται τo σύνολο των επιδράσεων (συστηματικών ή μη) που δέχεται ο αναπτυσσόμενος άνθρωπος από το περιβάλλον του με αποτέλεσμα την εσωτερίκευση αξιών, κανόνων, στάσεων και συμπεριφορών. Ως εκπαίδευση ορίζεται η οργανωμένη συστηματική διαδικασία αγωγής και μάθησης που παρέχεται από μέρους της πολιτείας ή άλλου φορέα με στόχο τη μετάδοση ενός συστήματος γνώσεων και αξιών στη νέα γενιά (Kron, 2012). Επομένως, η εκπαίδευση δεν είναι αποκλειστικό προνόμιο καμιάς βαθμίδας εκπαίδευσης. Ο παιδικός σταθμός είναι επίσημος φορέας της πολιτείας, ο οποίος συστηματικά «εκπαιδεύει» τα παιδιά στην απόκτηση γνώσεων και δεξιοτήτων οι οποίες θέτουν τα θεμέλια για την ανάπτυξη της προσωπικότητάς τους και ενισχύουν την ικανότητά τους για προσαρμογή στο εκάστοτε περιβάλλον. Υπό αυτή την έννοια, η εκπαίδευση που παρέχεται στον παιδικό σταθμό αποτελεί εκπαίδευση ζωής και επιβίωσης.

Επομένως, η οικειοποίηση εννοιών όπως η «εκπαίδευση» και η απεμπόληση εννοιών όπως η «φροντίδα» είναι απολύτως άτοπη. Η εκπαίδευση των παιδιών δεν ξεκινά στην ηλικία των τεσσάρων ετών και η φροντίδα δεν σταματά στην ηλικία αυτή. Ένα παιδί χρειάζεται αγωγή, εκπαίδευση και φροντίδα από την ημέρα που γεννιέται μέχρι την ενηλικίωσή του τουλάχιστον! Άλλωστε σύμφωνα με τις σύγχρονες παιδαγωγικές αντιλήψεις, η προσχολική αγωγή και εκπαίδευση αντιμετωπίζεται πλέον ως ενιαία και αναφέρεται στην αγωγή και την εκπαίδευση που δέχεται ένα παιδί από τη γέννησή του μέχρι την ηλικία των οκτώ ετών (NAYEC, 2003).

Η επιστημονική έρευνα έχει πλέον τεκμηριώσει ότι τα έξι έως οκτώ πρώτα χρόνια της ζωής αποτελούν την κρίσιμη εκείνη περίοδο κατά την οποία, εξαιτίας της πλαστικότητας του ανθρώπινου εγκεφάλου και της αυξημένης δεκτικότητας του παιδιού, είναι δυνατή η πλήρης αξιοποίηση των εγκεφαλικών δομών. Αυτό μπορεί να συμβεί με την παροχή της ανάλογης αγωγής και εκπαίδευσης έτσι ώστε το παιδί να αποκτήσει τις νοητικές, συναισθηματικές και κοινωνικές δεξιότητες που θα αποτελέσουν τις βάσεις για κάθε είδους μάθηση και θα του επιτρέψουν να γίνει σταδιακά ένα αυτόνομο άτομο, ικανό να προσαρμόζεται αποτελεσματικά στο διαρκώς μεταβαλλόμενο περιβάλλον στο οποίο ζει (Johnson, Jones, & Gliga, 2015). Ο ανθρώπινος εγκέφαλος αναπτύσσεται με τον πιο γρήγορο ρυθμό κατά τη διάρκεια των τριών πρώτων χρόνων της ζωής. Η ανάπτυξη, η περικοπή, η σύνδεση και η ενεργοποίηση των νευρώνων προκύπτει ανάμεσα στο πρώτο και στο τέταρτο έτος της ζωής. Περίπου 700 νέες νευρωνικές συνάψεις δημιουργούνται κάθε δευτερόλεπτο στον αναπτυσσόμενο εγκέφαλο του βρέφους και του νηπίου. Η ανάπτυξη του εγκεφάλου ολοκληρώνεται κατά 90% πριν το πέμπτο έτος της ηλικίας και εξαρτάται από τον τρόπο χρήσης του. Κάθε εμπειρία ενεργοποιεί ορισμένα κέντρα του εγκεφάλου. Τα νευρωνικά κέντρα που χρησιμοποιούνται συχνά ενδυναμώνονται ενώ τα υπόλοιπα αδρανοποιούνται (Galván, 2010).

Επομένως, ένας επιτυχημένος ενήλικας ξεκινά με τη γέννηση. Αυτό σημαίνει ότι ένα μεγάλο μέρος της προσπάθειας για αγωγή και εκπαίδευση θα πρέπει να τίθεται σε εφαρμογή πριν τα τέταρτα γενέθλια των παιδιών. Οι νευροεπιστήμες έχουν αποδείξει ότι αυτή είναι η πιο κρίσιμη περίοδος για την ανάπτυξη της αυτορρύθμισης του συναισθήματος και της συμπεριφοράς, των γλωσσικών και επικοινωνιακών δεξιοτήτων, της ικανότητας επίλυσης προβλημάτων και των δεξιοτήτων κοινωνικής αλληλεπίδρασης (Cozolino, 2014). Τέλος, έχει διαπιστωθεί ότι τα παιδιά τα οποία λαμβάνουν την κατάλληλη αγωγή και εκπαίδευση νωρίς στη ζωή έχουν υψηλότερες ακαδημαϊκές επιδόσεις, μεγαλύτερα μακροπρόθεσμα οφέλη, καλύτερη κοινωνική θέση και πιο ευτυχισμένη ζωή (Bergen, & Coscia, 2001; Bruce, 2012).

Επιπρόσθετα, η κατάλληλη αγωγή και εκπαίδευση επιδρούν στην εξέλιξη του ατόμου μέσω της διαμόρφωσης βασικών διαστάσεων της προσωπικότητάς του. Στη νηπιακή ηλικία τίθενται οι βάσεις για τη διαμόρφωση της προσωπικότητας, καθώς τα παιδιά αρχίζουν να θέτουν κρίσιμα ερωτήματα σχετικά με τον εαυτό τους, όπως τα παρακάτω: «Είμαι καλό ή κακό παιδί;» «Είμαι ικανός ή ανίκανος;» «Είμαι αγαπητός ή αντιπαθής;». Η απάντηση που θα δώσουν στην ερώτηση «Ποιος είμαι;» σε αυτό το αναπτυξιακό στάδιο μπορεί να επηρεάσει ολόκληρη τη ζωή τους. Άλλωστε έχει διαπιστωθεί ότι η προσωπικότητα είναι πιο σημαντική από την ευφυΐα για την επιτυχία στη ζωή.

Ο παιδαγωγός προσχολικής ηλικίας αποτελεί συχνά για τα βρέφη και τα νήπια το άτομο εκείνο που μπορεί να ασκήσει τη μεγαλύτερη επίδραση στην ανάπτυξη των συναισθηματικών, κοινωνικών και νοητικών τους δεξιοτήτων μετά τους γονείς τους (Heckman, Rodrigo, & Savelyev, 2013). Είναι το άτομο εκείνο το οποίο όχι μόνο τα φροντίζει κατά τη διάρκεια της μισής περίπου ημέρας επί πέντε μέρες την εβδομάδα αλλά και εκείνο που τους παρέχει σημαντικά ερεθίσματα για την αξιοποίηση του νοητικού τους δυναμικού, τα εφοδιάζει με απαραίτητες γνώσεις για να κατανοήσουν τον κόσμο, τα διευκολύνει στην αναγνώριση και κοινωνική έκφραση των συναισθημάτων τους με στόχο την ανάπτυξη υγιών διαπροσωπικών σχέσεων και τα στηρίζει με τη χρήση επιστημονικών παιδαγωγικών μεθόδων στην ανάπτυξη θετικής αυτοεικόνας, υψηλής αυτοεκτίμησης και αποτελεσματικών κοινωνικών δεξιοτήτων.

Τα χαρακτηριστικά της προσωπικότητας που αναδύονται ήδη από τη βρεφική ηλικία τείνουν να διατηρούνται σε όλη την υπόλοιπη ζωή. Προκειμένου όμως να διαμορφωθούν και να ενδυναμωθούν θετικά στοιχεία προσωπικότητας, τα βρέφη και τα νήπια χρειάζονται βοήθεια καθώς αυτά τα χαρακτηριστικά αρχίζουν να εκδηλώνονται στο νέο περιβάλλον του παιδικού σταθμού.

Ορισμένες από τις βασικές διαστάσεις της αναδυόμενης προσωπικότητας στη νηπιακή ηλικία είναι οι εξής:
α) Συναισθηματικός γραμματισμός
Πρόκειται για την ικανότητα αναγνώρισης, κατανόησης και έκφρασης συναισθημάτων.
Ο παιδαγωγός, μέσα από ευκαιρίες που παρουσιάζονται κατά την καθημερινή αλληλεπίδραση, μπορεί να διευκολύνει το παιδί να αναγνωρίζει και να ονομάζει τα συναισθήματα τόσο τα δικά του όσο και των άλλων (Webster-Stratton, & Reid, 2004). Για παράδειγμα, μπορεί να πει στο παιδί: «Πρέπει να στεναχωρήθηκες πολύ με αυτό που σου είπε η Ελένη.», δίνοντας το πρότυπο της λεκτικοποίησης των αρνητικών συναισθημάτων. Επίσης, ο παιδαγωγός μπορεί να παρέχει βοήθεια στο παιδί ώστε να μάθει να αποδέχεται τα συναισθήματά του, λέγοντάς του για παράδειγμα: «Είναι λογικό να στεναχωριέσαι όταν οι φίλοι σου δεν θέλουν να παίξουν μαζί σου». Τέλος, μπορεί να ενθαρρύνει το παιδί να εκδηλώσει τα συναισθήματά του με κατάλληλο τρόπο, συζητώντας μαζί του διάφορες εναλλακτικές, εξερευνώντας «Τι θα συμβεί αν…».

β) Αυτορρύθμιση συμπεριφοράς
Πρόκειται για την ικανότητα διαχείρισης έντονων συναισθημάτων και εκδήλωσης αυτοελέγχου.
Ο παιδαγωγός μπορεί να δείξει βιωματικά στο παιδί πώς να ελέγχει τις παρορμήσεις του και να αναστέλλει την ανάγκη του για άμεση ικανοποίηση των επιθυμιών του, να στρέφει την προσοχή του σε εναλλακτικές καταστάσεις προκειμένου να ηρεμεί και να βρίσκει αποδεκτούς τρόπους έκφρασης του θυμού και άλλων έντονων συναισθημάτων (Kochanska, Coy, & Murray, 2001). Μία πολύ ενδιαφέρουσα τεχνική είναι αυτή της χελώνας, η οποία βασίζεται στην εξής ιστορία [1],[2]:
Ο Tucker είναι μία θαυμάσια χελώνα. Του αρέσει πολύ να παίζει με τους φίλους του στο σχολείο της λίμνης. Αλλά μερικές φορές συμβαίνουν πράγματα που κάνουν τον Tucker να θυμώνει πολύ! Παλιά, όταν ο Tucker θύμωνε, συνήθιζε να χτυπάει, να κλωτσάει ή να φωνάζει στους φίλους του. Οι φίλοι του τότε θύμωναν μαζί του ή στεναχωριόντουσαν εξαιτίας του. Τώρα όμως ο Tucker ξέρει έναν νέο τρόπο να «σκέφτεται σαν χελώνα» όταν θυμώνει.
• Αναγνωρίζω ότι είμαι θυμωμένος.
• Σκέφτομαι: «Σταμάτα!»
• Πάω στο καβούκι μου και παίρνω 3 βαθιές αναπνοές.
• Σκέφτομαι ήρεμα αποτελεσματικές στρατηγικές.
• Βγαίνω έξω από το καβούκι μου όταν ηρεμήσω κι έχω σκεφτεί μια λύση.

Οι φίλοι του Tucker χαίρονται όταν παίζει όμορφα και δεν τους χτυπάει. Επίσης, όταν χρησιμοποιεί λέξεις για να εκφράσει τον θυμό του και όταν ζητά τη βοήθεια της δασκάλας για να ηρεμήσει όταν είναι θυμωμένος.

γ) Δεξιότητες αλληλεπίδρασης
Πρόκειται για δεξιότητες που συμβάλλουν στη διαμόρφωση θετικών σχέσεων με συνομηλίκους και ενήλικες.
Μεταξύ άλλων, ο παιδαγωγός δείχνει στο παιδί πώς να προσεγγίζει θετικά τους συνομηλίκους του, να εκφράζει ξεκάθαρα και κατάλληλα τις ανάγκες του, να εντάσσεται στις ομάδες των συνομηλίκων του κατά τη διάρκεια δραστηριοτήτων ή παιχνιδιού, να εφαρμόζει την εναλλαγή σειράς, να αποδέχεται τους «διαφορετικούς» συνομηλίκους του, να χρησιμοποιεί κατάλληλα σήματα μη λεκτικής επικοινωνίας, να μοιράζεται και να περιμένει (Broadhead, 2003). Ο παιδαγωγός μαθαίνει στο παιδί ότι μπορεί «να χρησιμοποιεί τις λέξεις του» ώστε οι άλλοι άνθρωποι να μπορούν να καταλάβουν τι σκέπτεται και πώς νοιώθει. Μαθαίνει στο παιδί να ρωτάει: «Μπορώ να παίξω κι εγώ μαζί σας;» ή να εκφράζει λεκτικά τη δυσαρέσκειά του λέγοντας: «Μου άρπαξες το παιχνίδι από τα χέρια μου και αυτό δεν μου αρέσει!». Βοηθά το παιδί να αντιληφθεί ότι όλοι είναι χαρούμενοι όταν χρησιμοποιεί τις λέξεις του, ενώ όταν γκρινιάζει, κλαίει συνέχεια και φωνάζει, «πληγώνονται» τα αυτιά των άλλων και μπορεί να θυμώσουν ή να στεναχωρηθούν.

δ) Αυτοεκτίμηση
Στην ευρεία της έννοια, περιλαμβάνει τη θετική αυτοεικόνα, την αυτοπεποίθηση και την αίσθηση αυτοαποτελεσματικότητας.
Μέσω ενθάρρυνσης, ενίσχυσης, αποδοχής, και επιλογής δραστηριοτήτων σύμφωνων με το αναπτυξιακό επίπεδο κάθε παιδιού, ο παιδαγωγός συμβάλλει καθοριστικά ώστε τα παιδιά να αποκτούν αίσθηση ικανότητας άσκησης ελέγχου στο περιβάλλον, αίσθηση προσωπικής αξίας και αίσθηση υψηλής αυτοαποτελεσματικότητας (Moyer, 2001). Η αυτοεκτίμηση χτίζεται μέσα από την καθοδήγηση του παιδιού στην επιτυχία και τη συσχέτιση της επιτυχίας με τις προσωπικές του δυνατότητες.

ε) Ψυχική ανθεκτικότητα
Πρόκειται για τη θετική προσαρμογή του ατόμου παρά τις αντιξοότητες της ζωής.
Με άλλα λόγια, είναι η δεξιότητα της ανάκαμψης (bounce back) εν μέσω εμποδίων και δυσκολιών. Άλλωστε η ζωή δεν έχει να κάνει με το πόσο γρήγορα τρέχεις ή με το πόσο ψηλά ανεβαίνεις αλλά με το πόσο καλά ισορροπείς! Ο παιδαγωγός λοιπόν είναι ένα από τα πρόσωπα εκείνα που μπορούν να κάνουν τα ευάλωτα παιδιά να μην σπάσουν όσο κι αν λυγίσουν και που μπορούν να τα βοηθήσουν να συνεχίσουν να ισορροπούν.
Οι δυνατές και υποστηρικτικές σχέσεις είναι από τους πιο σημαντικούς παράγοντες για επιτυχημένη προσαρμογή και ψυχική ανθεκτικότητα μπροστά στις στρεσογόνες συνθήκες και στις δυσχέρειες της ζωής. Ο παιδαγωγός προσχολικής ηλικίας αποτελεί σημαίνον πρόσωπο, καθώς έχει τη δυνατότητα να καλλιεργήσει ουσιαστική σχέση με όλα τα παιδιά και ακόμα περισσότερο με αυτά που είναι πιο ευάλωτα. Μπορεί να εμπνεύσει ένα παιδί να ακούει και να καταλαβαίνει, να χτίζει δυνατές σχέσεις, να σκέφτεται θετικά, να νιώθει χαρούμενο, να πιστεύει στις δυνατότητές του, να βασίζεται στα προτερήματά του και να έχει την πίστη ότι μπορεί να καταφέρει να ξεπεράσει όλα τα εμπόδια (Bouillet, Pavin Ivanec, & Miljević-Riđički, 2014).

Συμπερασματικά, το έργο του παιδαγωγού προσχολικής ηλικίας είναι αδιαμφισβήτητα πρωτίστως έργο αγωγής, διαπαιδαγώγησης και εκπαίδευσης και η όποια υποβάθμιση του ρόλου του οδηγεί ευθέως στην υποβάθμιση της σημασίας και της αξίας που δίνουμε στα ίδια τα παιδιά μας και, κατ’ επέκταση, στους αυριανούς πολίτες της κοινωνίας μας. Σε μια εποχή όπου η βία και η εγκληματικότητα αυξάνονται ραγδαία, όπου οι άνθρωποι απομονώνονται από το συνάνθρωπο και λειτουργούν συχνά υπό το κράτος του φόβου και της ανάγκης αυτοπροστασίας, όπου ψυχικές διαταραχές όπως η κατάθλιψη εκδηλώνονται με όλο και μεγαλύτερη συχνότητα, η επένδυση στην δημιουργία συναισθηματικά υγιών, κοινωνικά ανθεκτικών και νοητικά σκεπτόμενων ανθρώπων πρέπει να αποτελεί κυρίαρχο στόχο κάθε βαθμίδας της εκπαίδευσης, πρωτίστως όμως της προσχολικής αγωγής, καθώς οι δυνατότητες επίτευξης τέτοιου είδους στόχων είναι απεριόριστα μεγαλύτερες κατά τη διάρκεια της προσχολικής ηλικίας παρά αργότερα.

Επομένως, κάθε είδους θεώρηση των πλαισίων προσχολικής αγωγής ως χώρων φύλαξης των παιδιών είναι αναχρονιστική, απαρχαιωμένη και στερείται παντελούς στήριξης από τα επιστημονικά δεδομένα. Σε αντίθεση με αυτή τη συλλογιστική, εκτιμούμε ότι η επένδυση στην προσχολική αγωγή αποτελεί, μεταξύ άλλων, μέτρο πρόληψης ποικίλων κοινωνικών προβλημάτων, για την αντιμετώπιση των οποίων το κράτος συνήθως ξοδεύει πολλαπλάσια χρήματα και ενέργεια αργότερα (Campbell et al., 2014).

Ολοκληρώνοντας την εισήγηση αυτή, θα ήθελα να επιστρέψω στο σημείο απ΄ όπου ξεκίνησα. Ο τρόπος με τον οποίο ονομάζονται οι επαγγελματίες οι οποίοι εργάζονται σε παιδικούς σταθμούς, το όνομα του Τμήματος από το οποίο αποφοιτούν και οι λέξεις οι οποίες χρησιμοποιούνται για να χαρακτηρίσουν το έργο τους είναι αναμφισβήτητα μεγάλης σημασίας. Ακόμα μεγαλύτερης σημασίας όμως είναι να μπορεί ο καθένας από αυτούς να κρατά μέσα στην καρδιά και το μυαλό ξεκάθαρη την ουσία του ρόλου του.

Γιατί αυτό που κάνει ο παιδαγωγός προσχολικής ηλικίας μπορεί να συνοψιστεί σε δύο μόνο λέξεις: ΦΤΙΑΧΝΕΙ ΑΝΘΡΩΠΟΥΣ!

Βιβλιογραφικές αναφορές

  • Bergen, D., & Coscia, J. (2001). Brain Research and Childhood Education: Implications for Educators. New York: Routledge.
  • Bouillet, D., Pavin Ivanec, T., & Miljević-Riđički, R. (2014). Preschool teachers’ resilience and their readiness for building children's resilience. Health Education, 114, 435-450.
  • Broadhead, P. (2003). Early years play and learning: developing social skills and cooperation. New York: Routledge.
  • Bruce, T. (2012). Early childhood education (4th ed.). London: Hachette.
  • Campbell, F., Conti, G., Heckman, J.J., Moon, S.H., Pinto, R., Pungello, E., & Pan, Y. (2014). Early childhood investments substantially boost adult health. Science, 343(6178), 1478-1485.
  • Cozolino, L. (2014). The neuroscience of human relationships: Attachment and the developing social brain (2nd ed.). New York: WW Norton & Company.
  • Galván, Α. (2010). Neural plasticity of development and learning. Human Brain Mapping, 31, 879-890.
  • Heckman, J., Rodrigo, P., & Savelyev, P. (2013). Understanding the mechanisms through which an influential early childhood program boosted adult outcomes. American Economic Review, 103, 2052-86.
  • Johnson, M.H., Jones, E.J.H., & Gliga, T. (2015). Brain adaptation and alternative developmental trajectories. Development and Psychopathology, 27, 425-442.
  • Kochanska, G., Coy, K.C., & Murray, K.T. (2001). The development of self‐regulation in the first four years of life. Child Development, 72, 1091-1111.
  • Kron, F.W. (2012). Βασικές γνώσεις παιδαγωγικής επιστήμης. Αθήνα: Ίων.
  • Moyer, J. (2001). The child-centered kindergarten: a position paper: Association for childhood education international. Childhood Education, 77, 161-166.
  • National Αssociation for the Education of Young Children, NAYEC, (2003). Early childhood curriculum, assessment, and program evaluation: Building an effective, accountable system in programs for children birth to age 8 [position statement]. Washington, D.C: Author.
  • Webster-Stratton, C., & Reid, M.J. (2004). Strengthening social and emotional competence in young children—The foundation for early school readiness and success: Incredible Years Classroom Social Skills and Problem-Solving Curriculum. Infants & Young Children, 17, 96-113.

Θεματικές Ενότητες

Who's Online

We have 27 guests online

Membership Application

Are you an early childhood educator?
Become a member now!!!

ΠΑ.ΣΥ.ΒΝ Social

ΠΑΣΥΒΝ FacebookΠΑΣΥΒΝ TwitterΠΑΣΥΒΝ YouTube