Ο παιδικός μονόλογος

Αγνή Ζακοπούλου

Διδάκτωρ επιστημών Αγωγής

Πανεπιστημίου Παρισίων,

Αν Καθηγήτρια Επιστημών Αγωγής

Τμήματος Προσχολικής Αγωγής ΤΕΙ Αθήνας

Ας δούμε αρχικά πώς αναλύει τη λειτουργία του μονολόγου και του διαλόγου ο Jean Piaget (Ζαν Πιαζέ)[1] . Από τους συλλογισμούς του διαπιστώνουμε κατ’ αρχήν ότι ο μονόλογος του παιδιού είναι διαφορετικού χαρακτήρα ανάλογα με το αν αυτό βρίσκεται και απευθύνεται σε ενήλικα ή σε παιδί:

Όταν ο ενήλικας είναι παρών:

«Μακροί μονόλογοι είναι τυπικοί του εγωκεντρικού λόγου όταν το παιδί (των 3 – 4 χρόνων) συνυπάρχει με έναν ενήλικα. Στο παιδί αρέσει να ξέρει πως η μητέρα του είναι κοντά του. Αισθάνεται ότι είναι κοντά της σε οτιδήποτε κάνει ή σκέφτεται. Όσα λέει δεν φαίνονται να απευθύνονται στον εαυτό του αλλά περιβάλλεται με μια αίσθηση παρουσίας με τέτοιο τρόπο ώστε είτε μιλάει για τον εαυτό του είτε μιλάει στη μητέρα του μοιάζει σε αυτό να είναι ένα και το αυτό.»

« Το παιδί δεν κάνει ερωτήσεις, ούτε περιμένει απαντήσεις ούτε προσπαθεί να δώσει κάποια συγκεκριμένη πληροφορία στη μητέρα του που είναι παρούσα. Ούτε διερωτάται αν αυτή ακούει ή όχι. Μιλάει για τον εαυτό του ακριβώς όπως ένας ενήλικας θα μιλούσε μέσα του.»

«Μια τέτοια συμπεριφορά δηλώνει ή ότι βρισκόμαστε σε κατάσταση της μέγιστης κοινωνικής επικοινωνίας και το ένα εγώ έχει ενωθεί με το άλλο ή σε κατάσταση μέγιστης απορρόφησης του ενός εγώ από το άλλο».

«Αυτή η έλλειψη διαφοροποίησης ανάμεσα στα δύο εγώ χαρακτηρίζει τον εγωκεντρισμό».

(Η έλλειψη διαφοροποίησης ανάμεσα στο τι είναι προσωπικό και στο τι είναι κοινωνικό) οδηγεί το παιδί στο να δέχεται από τον ενήλικα τη διπλή εντύπωση: αφ’ ενός ότι κυριαρχείται από ένα μυαλό πολύ ανώτερό του και αφ’ ετέρου ότι γίνεται πλήρως αντιληπτό από το ίδιο αυτό μυαλό με το οποίο μοιράζεται τα πάντα. Ως εκ τούτου η σχέση είναι κυρίως σχέση ταύτισης που, βέβαια, ακολουθείται από ασυμφωνίες και επαναστάσεις και επιστρέφει στην υπακοή και την επανα-ταύτιση. Αλλά, μιλώντας ευρύτερα, το παιδί απορροφά ό,τι βρίσκει στους γονείς του και προσφέρει στους γονείς του όσα αισθάνεται. Είναι η αληθινή συμβίωση.»

«Άλλες στιγμές το παιδί απευθύνεται προς τους γονείς του σαν να ήταν ανώτεροι. Τότε η σκέψη του είναι σε θέση να διακρίνει ανάμεσα στον εαυτό του και στον άλλο και γίνεται κοινωνικοποιημένη. Όμως η σχέση που δημιουργείται έτσι είναι σχέση κατώτερου προς ανώτερο και το πνευματικό κύρος του ενήλικα πιέζει με όλο του το βάρος τη σκέψη του παιδιού».

«…….Αντίθετα, εκεί που η ισοτιμία μεταξύ συνομηλίκων δεν επιτρέπει ερωτήσεις και απορίες, ο ενήλικας υπάρχει για να απαντά.».

Όταν ο συνομήλικος (ή οι συνομήλικοι) είναι παρών:

«Η διαφορά, ή απλά η διάκριση, ανάμεσα στο ένα εγώ και στο άλλο είναι σαφέστερα αισθητή απ’ ότι όταν πρόκειται για τους γονείς».

«Για τα παιδιά αυτής της ηλικίας που ζουν συνέχεια μαζί η ατομική και η κοινωνική ζωή δεν διαφοροποιούνται»

«…. (το παιδί) είναι ανοιχτό σε όλες τις προτάσεις και η προσωπικότητά του δεν είναι αρκετά δυνατή ώστε να αντιστέκεται στο πνεύμα μίμησης που κυκλοφορεί μέσα σε μια ομάδα. Απ’ την άλλη το παιδί είναι λιγότερο κοινωνικοποιημένο από τον ενήλικα ως προς το γεγονός ότι ανάγει τα πάντα (στις δικές του εμπειρίες) στη δική του οπτική γωνία.  Με αυτή την έννοια θεωρούμε ότι ο εγωκεντρικός λόγος μεταξύ ομηλίκων υποδεικνύει μια σχετική έλλειψη διαφοροποίησης ανάμεσα στο τι είναι προσωπικό και στο τι είναι κοινωνικό.»

(Αντίθετα με τη συμβιωτική σχέση με τον ενήλικα) η σχέση με τον ομήλικο που είναι ίσος, απαιτεί περισσότερο εξελιγμένη διαφοροποίηση».

«Σε περιβάλλοντα όπου τα παιδιά (3 – 5 χρόνων) αφήνονται να δράσουν ελεύθερα, υπάρχει πράγματι εγωκεντρικός λόγος. Βέβαια δεν είναι η μοναδική μορφή λόγου. Υπάρχει σε όλες τις ηλικίες, σε μεγαλύτερο ή μικρότερο ποσοστό, που, καθώς η κοινωνικοποίηση προχωρεί, εμπλουτίζεται με εντολές ή απαιτήσεις, με προτάσεις που εκφράζουν επιθυμία και, αργότερα, με ερωτήσεις και διαπιστώσεις».

(Αντίθετα από την πνευματική υπεροχή του ενήλικα) «….. ο συνομήλικος μοιάζει και διαφέρει συγχρόνως από το εγώ του παιδιού. Είναι σαν αυτό γιατί είναι ισότιμος ως προς αυτά που ξέρει και κάνει. Αλλά είναι πολύ διαφορετικός ακριβώς επειδή, καθώς βρίσκεται στο ίδιο επίπεδο με το παιδί, δεν μπορεί να συλλάβει τις πιο βαθιές επιθυμίες ή την προσωπική οπτική γωνία όπως θα το έκανε ένας φιλικός ενήλικας. Έτσι το παιδί κοινωνικοποιείται απέναντι στους συνομηλίκους του με τελείως διαφορετικό τρόπο απ’ ότι απέναντι στον ενήλικα. Κυμαίνεται μεταξύ δύο πόλων: Αυτόν του μονόλογου – ατομικού ή συλλογικού – και της συζήτησης ή της έξυπνης ανταλλαγής ιδεών. Εκεί που η ανωτερότητα του ενήλικα εμποδίζει τη συζήτηση και τη συνεργασία ο συνομήλικος δίνει ευκαιρίες για τέτοια κοινωνική επαφή που καθορίζει την πραγματική κοινωνικοποίηση της νοημοσύνης. Αντίθετα, εκεί που η ισοτιμία μεταξύ συνομηλίκων δεν επιτρέπει ερωτήσεις και απορίες ο ενήλικας υπάρχει για να απαντά».

«Άρα υπάρχουν δύο τελείως διαφορετικοί δρόμοι προς την κοινωνικοποίηση. Σε ότι αφορά τη σκέψη, ο ένας είναι πολύ διαφορετικός από τον άλλο. Καθώς το παιδί μεγαλώνει, ο σεβασμός του για την ανωτερότητα του ενήλικα μειώνεται ή, τουλάχιστον, αλλάζει χαρακτήρα. Ο ενήλικας παύει να αντιπροσωπεύει την αδιαμφισβήτητη Αλήθεια και οι ερωταποκρίσεις μετατρέπονται σε συζήτηση. Τότε, αυτό που αποτελεί μια κοινωνική στάση απέναντι στους άλλους, που έχει εξελιχθεί μέσα από τις ανταλλαγές με τους συνομήλικους, υπερισχύει του αισθήματος της νοητικής υποταγής και έτσι δημιουργείται το τόσο σημαντικό για το άτομο εργαλείο το οποίο θα χρησιμοποιεί όλο και περισσότερο και για όλη του τη ζωή.»

«Αν ο ενήλικας έχει σαν κανόνα να διατηρεί την ελάχιστη απαραίτητη ανταλλαγή, το παιδί, σ’ αυτή τη σχέση με τον ενήλικα, θα κυμαίνεται μεταξύ του μονολόγου και της ερώτησης διανθίζοντάς τα, αναμφίβολα, με ίχνη πληροφόρησης και στοιχειώδους συζήτησης. Αλλά αν ο ενήλικας συνεχώς μεσολαβεί, είναι στο χέρι του να μειώσει το μονόλογο του παιδιού σε ένα ικανοποιητικό ποσοστό και να αναπτύξει το διάλογο.  Οι συζητήσεις που θα προκύψουν θα είναι ουσιαστικότερες όσο αυξάνεται ο αριθμός τους. Αλλά η ποιότητά τους θα συγκρίνεται με την ποιότητα των αυθόρμητων συζητήσεων που προκύπτουν από τις αληθινές ανάγκες του παιδιού; Αυτό το ερώτημα επαναφέρει τον προβληματισμό που αφορά τη «δραστήρια» παιδαγωγική και αυτήν που βασίζεται στο κύρος του ενήλικα».

Στην προσπάθειά του να καταλάβει σε τι ακριβώς διαφοροποιείται ο παιδικός μονόλογος ή διάλογος από αυτούς του ενήλικα μας εξηγεί:

«Όταν συζητούν δυο ισότιμοι ενήλικες, επειδή έχουν να πουν κάτι ο ένας στον άλλον, η συζήτησή τους παρουσιάζει δυο χαρακτηριστικά που σχετίζονται μεταξύ τους. Το ένα είναι ότι ο καθένας προσπαθεί να επηρεάσει τον άλλον. Είτε πρόκειται για ερώτηση, απαίτηση, εντολή ή πληροφόρηση ο στόχος είναι πάντα να μεταβληθεί η συμπεριφορά ή η σκέψη του συνομιλητή. Δεύτερον, και ακριβώς επειδή ισχύει το πρώτο, ο καθένας από τους δύο ξεχωρίζει τις απόψεις του από αυτές του συνομιλητή του.

…..Το παιδί είναι μέχρι ένα σημείο σε θέση να ανταποκριθεί σε αυτά τα δύο χαρακτηριστικά ακόμη και όταν είναι πολύ μικρό και ο «κοινωνικοποιημένος» λόγος εμφανίζεται αναμφίβολα μαζί με την εμφάνιση του λόγου: όταν είναι μικρό αναδεικνύει τη μέγιστη (σχεδόν ασυνείδητη) ικανότητα να προσπαθεί να αποκτήσει από τους άλλους οτιδήποτε επιθυμεί. Αλλά εκτός από αυτό το χαρακτηριστικό, ο παιδικός λόγος παρουσιάζει και το χαρακτηριστικό του εγωκεντρισμού: Δύο στοιχεία μας κάνουν να τον αναγνωρίζουμε. Πρώτον το παιδί μπορεί να μιλάει χωρίς να προσπαθεί να επηρεάσει τον άλλον. Για παράδειγμα όταν παίζει παρουσία άλλων, ενηλίκων ή ομηλίκων, μερικές φορές μιλάει με τέτοιο τρόπο ώστε είναι αδύνατον να αποφασίσει κανείς αν απευθύνεται στον εαυτό του ή στον άλλο………. Δεύτερον είναι αδύνατον για κάποιον που συνομιλεί με τέτοιο τρόπο να ξεχωρίσει τη δική του άποψη από αυτή του συνομιλητή του

«Σε ό,τι αφορά τη δραστηριότητα των παιδιών που παρατηρήσαμε, θα μπορούσαμε να πούμε ότι το ποσοστό του εγωκεντρικού λόγου είναι υψηλότερο όταν το παιδί παίζει και κυρίως αν το παιχνίδι είναι συμβολικό ή κινητικό. Αντίθετα είναι χαμηλότερο όταν η δραστηριότητα πλησιάζει περισσότερο την πραγματική εργασία. Σε ένα περιβάλλον όπου το παιδί μπορεί να χρησιμοποιεί ελεύθερα το παιδαγωγικό υλικό έτσι ώστε η δράση να ξεκινάει σαν ένα πραγματικό παιχνίδι κίνησης ή συμβολισμού και σταδιακά να παρουσιάζει νοητικές απαιτήσεις ο εγωκεντρικός λόγος εμφανίζεται στο υψηλότερο ποσοστό. Γενικά δύο παράγοντες συμβάλλουν στη μείωση του εγωκεντρισμού, παρ’ όλο που το κάνουν με διαφορετικό τρόπο: τα κοινά ενδιαφέροντα του παιδιού με τους φίλους του και η παρέμβαση του ενήλικα.

Ο πρώτος παράγοντας εμφανίζεται όταν συνυπάρχουν αδέρφια ή σε περιβάλλοντα όπου μια από κοινού αναζήτηση οδηγεί σε μια κοινή προσπάθεια. Τότε παράγεται κοινωνικός λόγος και οδηγεί το πνεύμα σε συνεργασία.(Όπως είδαμε και πριν) το κύρος του ενήλικα μπορεί να προκαλέσει επίσης παραγωγή κοινωνικοποιημένου λόγου. Αλλά με πολύ διαφορετικό τρόπο.  Ωστόσο στα μη παρεμβατικά περιβάλλοντα όπου η εργασία των παιδιών μπορεί να βασιστεί στην προσωπική επιλογή ή να κατευθυνθεί προς μια εξειδικευμένη μορφή αναζήτησης, ο λόγος είναι περισσότερο εγωκεντρικός.»

Ποιος είναι ο ρόλος του κοινωνικού εγωκεντρισμού στην εξέλιξη του παιδιού, στην κατάκτηση της γνώσης και στην κοινωνικοποίηση;

«Ο παιδικός εγωκεντρισμός είναι χαρακτηριστικό της γνώσης του παιδιού……… Είναι ασυνείδητη ψευδαίσθηση προοπτικής.»

«Είτε αφορά τη γνώση του φυσικού κόσμου είτε αυτή των άλλων ή του εαυτού του (το παιδί) δεν μπορεί να ξεφύγει από το να οικειοποιηθεί τη συγκεκριμένη οπτική των πραγμάτων που δημιουργήθηκε από τις συνθήκες  μέσα στις οποίες βρέθηκε.»

«Ο νοητικός εγωκεντρισμός είναι μια αυθόρμητη στάση που κατευθύνει την ψυχική δράση των παιδιών…… Το θετικό αυτής της στάσης είναι ότι το εγώ απορροφάται από τα αντικείμενα και την κοινωνική ομάδα: αυτή η απορρόφηση είναι τέτοια ώστε το υποκείμενο, την ώρα που σκέφτεται ότι έχει γνώση των προσώπων και των πραγμάτων όπως αυτά πραγματικά είναι, στην πραγματικότητα τους αποδίδει όχι μόνο τα αντικειμενικά τους χαρακτηριστικά αλλά και ιδιότητες που προέρχονται από τον δικό του εαυτό ή από την ιδιαίτερη άποψη που έχει εκείνη τη στιγμή για τα πράγματα.»

«Το να πει κανείς ότι το  παιδί είναι εγωκεντρικό σε ό,τι αφορά τη γνώση του φυσικού κόσμου είναι να διαπιστώνει ότι η αντίληψη του παιδιού για τα πράγματα είναι την ίδια στιγμή αυτό που φαίνεται (που βλέπει μπροστά του) περιβεβλημένο με ικανότητες που το ίδιο το παιδί έχει όπως πρόθεση, δύναμη, ζωή, κλπ. Για παράδειγμα το φεγγάρι μας ακολουθεί (αυτό που βλέπει μπροστά του) και το κάνει «για να» μας φωτίσει, να μας παρατηρεί κλπ.. (πρόθεση).»

«Μπορούμε να καταλάβουμε λοιπόν τι είναι ο αρχικός εγωκεντρισμός της φυσικής γνώσης. Δεν είναι μια υπερ- ανεπτυγμένη συνείδηση του εγώ που θα είχε το αποτέλεσμα να χάσει το παιδί το ενδιαφέρον του για τις εμπειρίες του εξωτερικού κόσμου. Αντίθετα είναι πλήρης ρεαλισμός, δηλαδή μια άμεση κατάκτηση του αντικειμένου, μα τόσο άμεση ώστε το υποκείμενο, που δεν γνωρίζει τον εαυτό του, δεν μπορεί να καταφέρει να βγει από τον εαυτό του ώστε να τον δει σε ένα σύνολο σχέσεων απελευθερωμένων από υποκειμενικά συμπληρώματα».

«Με παρόμοιο τρόπο μπορούμε να καταλάβουμε και τον κοινωνικό παιδικό εγωκεντρισμό. Μπορεί να θεωρηθεί μια ειδική μορφή του εγωκεντρισμού της φυσικής γνώσης…. Το παιδί ανακαλύπτει τους ανθρώπους με τον ίδιο ακριβώς τρόπο που ανακαλύπτει τα αντικείμενα και γνωρίζει και τους μεν και τα δε με τον ίδιο τρόπο. …. Ο παιδικός κοινωνικός εγωκεντρισμός είναι ένας τρόπος αντίληψης των προσώπων όπως γενικά ο εγωκεντρισμός είναι ένας τρόπος αντίληψης των πραγμάτων.»

«Ο κοινωνικός εγωκεντρισμός είναι ίδιος με το νοητικό εγωκεντρισμό: είναι τρόπος να καταλαβαίνουμε τους άλλους όπως ο εγωκεντρισμός είναι ο τρόπος να καταλαβαίνει το παιδί τα πράγματα γύρω του. …………. Όπως σε ό,τι αφορά τη σχέση του με τα πράγματα το παιδί στρέφεται ολοκληρωτικά προς αυτά και απομακρύνεται από τον εαυτό του σαν αντικείμενο γνώσης, έτσι και στον κοινωνικό τομέα το παιδί στρέφεται ολοκληρωτικά προς τους άλλους και έτσι βρίσκεται στον αντίποδα του κοινώς λεγόμενου εγωκεντρισμού: τη συνεχή, συνειδητή ενασχόληση με τον εαυτό του. Ωστόσο, ακριβώς όπως στο φυσικό εγωκεντρισμό βλέπει τα πράγματα από τη δική του μόνο οπτική γωνία έτσι και στον κοινωνικό τομέα βλέπει τους άλλους σε μια συμβίωση μαζί του.» «Αυτό συμβαίνει γιατί το υποκείμενο που σκέπτεται δεν αναγνωρίζει τον εαυτό του σαν αντικείμενο σκέψης».

«Αν χρησιμοποιήσουμε τη λέξη εγωκεντρισμός για να περιγράψουμε ένα καθαρά επιστημονικό φαινόμενο το οποίο αφορά τη σύγχυση του υποκειμένου με το αντικείμενο κατά τη διάρκεια της πράξης της απόκτησης γνώσης, κατά την οποία το υποκείμενο δεν γνωρίζει τον εαυτό του και, στρεφόμενο προς το αντικείμενο, είναι ανίκανο να αποκεντρωθεί, τότε ο εγωκεντρισμός και η αίσθηση του κοινού αντιτίθενται τόσο λίγο που συχνά αποτελούν ένα και το αυτό φαινόμενο.»

«Στο παιδί δεν αρέσει να είναι μόνο του. Ακόμη και όταν είναι μόνο νιώθει ότι υπάρχει μέσα στη συνηθισμένη του ομάδα. Ωστόσο στην αντίληψή του για τους άλλους όπως και στη νοητική και ηθική σχέση του με αυτούς, που διατηρείται μέσα από το λόγο, δεν μπορεί να διαχωρίσει το εγώ του από τους άλλους: ανάμεσα στο ίδιο και στον άλλο υπάρχει ταύτιση και όχι διαφοροποίηση και αμοιβαιότητα. Έτσι το παιδί μπορεί συγχρόνως να μοιάζει πλήρως εγωκεντρικό και πλήρως απορροφημένο από τους άλλους.»

« Ο εγωκεντρικός νους είναι κατά βάθος πολύ περισσότερο ευαίσθητος στα εξωτερικά ερεθίσματα και σε αυτά που προέρχονται από την ομάδα από ένα νου που πειθαρχεί στη συν-εργασία.»

«Πώς δρα η κοινωνικοποίηση; Η μείωση του εγωκεντρισμού μπορεί να ερμηνευθεί όχι από την απόκτηση καινούργιας γνώσης ή καινούργιων αισθημάτων αλλά από μια αλλαγή στην οπτική γωνία  τέτοια ώστε, παρ’ όλο που το υποκείμενο δεν εγκαταλείπει τη δική του οπτική γωνία, την τοποθετεί ανάμεσα σε ένα σύνολο από άλλες πιθανές οπτικές γωνίες.  Αυτό σημαίνει ότι για να καταλάβουμε τον άλλο, όπως και για να καταλάβουμε τον εξωτερικό κόσμο, δύο προϋποθέσεις είναι απαραίτητες: 1) η συνειδητοποίηση του εαυτού μας ως υποκειμένου και η ικανότητα να αποσπάσουμε την έννοια του υποκειμένου από αυτή του αντικειμένου ώστε να μην αποδίδουμε στο δεύτερο τα χαρακτηριστικά του πρώτου 2) να πάψουμε να θεωρούμε τη δική μας οπτική γωνία σαν μοναδική πιθανή και να τη συνδυάσουμε με τις οπτικές γωνίες των άλλων.»

«Στο αρχικό του στάδιο ο εγωκεντρισμός  εκφράζει τη μη αντιστρεψιμότητα της πράξης. Πράγματι μια πράξη δεν μπορεί να συνδυαστεί με άλλες και να στρέφεται προς δύο κατευθύνσεις».

Από τη μεριά του ο Lev Vygotski (Λεβ Βιγκότσκι) λέει (1998):

«Μπορέσαμε να παρατηρήσουμε στον εγωκεντρικό λόγο που συνοδεύει την πρακτική δράση του παιδιού, να αντικατοπτρίζεται και να σταθεροποιείται το τελικό αποτέλεσμα ή τα βασικά σημεία της συγκεκριμένης δράσης του: Πώς αυτός ο λόγος, καθώς εξελίσσεται η δραστηριότητα του παιδιού,  μετατοπίζεται προς το κέντρο και στη συνέχεια στην αρχή της δράσης αποκτώντας μια μορφή σχεδιασμού και καθοδήγησης της μελλοντικής δράσης. Ο πειραματισμός μας έδειξε πώς ο λόγος, που εκφράζει τη δράση είναι αδιαχώριστα συνδεδεμένος με αυτήν, ακριβώς επειδή αναπαράγει και αντικατοπτρίζει τα πιο σημαντικά στοιχεία της δομής της νοητικής δραστηριότητας επειδή αυτή η ίδια αρχίζει να διαφωτίζει και να κατευθύνει την πράξη του παιδιού υποβάλλοντάς την σε μια πρόθεση και ένα σχεδιασμό, υψώνοντάς την στο επίπεδο μιας δραστηριότητας με στόχο». (σελ. 98)

«Η αρχική λειτουργία του λόγου είναι αυτή της επικοινωνίας, του κοινωνικού δεσμού, της επίδρασης στο περιβάλλον τόσο στους ενήλικες όσο και στα παιδιά. Έτσι, ο αρχικός λόγος του παιδιού είναι κοινωνικός· θα ήταν λάθος να τον ονομάσουμε κοινωνικοποιημένο γιατί αυτή η λέξη συνδέεται με την ιδέα ότι δεν ήταν κοινωνικός στην αρχή ότι δεν έγινε κοινωνικός παρά μεταβαλλόμενος, εξελισσόμενος.

Αργότερα μόνο, καθώς το παιδί μεγαλώνει, που ο κοινωνικός του λόγος, που ασκεί περισσότερες από μία λειτουργίες, εξελίσσεται με βάση την αρχή της διαφοροποίησης των ειδικών λειτουργιών και, σε μια συγκεκριμένη λειτουργία, διαχωρίζεται με αρκετή σαφήνεια σε εγωκεντρικό και επικοινωνιακό λόγο. Ο εγωκεντρικός λόγος εμφανίζεται συνεπώς σε κοινωνική βάση, ενώ το παιδί μεταφέρει τις κοινωνικές μορφές συμπεριφοράς, τις μορφές της κοινής δράσης στη σφαίρα των ατομικών ψυχικών λειτουργιών» (σελ. 105)

«Ο εγωκεντρικός λόγος, που έχει αποσπασθεί από τον κοινωνικό λόγο μετατρέπεται στη συνέχεια σε εσωτερικευμένο λόγο, βάση τόσο της αυτιστικής όσο και της λογικής σκέψης του παιδιού. Έχουμε λοιπόν την τάση να δούμε στον εγωκεντρικό λόγο που περιγράφει ο Πιαζέ την πιο σημαντική από γενετικής άποψης στιγμή της μετατροπής του εξωτερικού σε εσωτερικευμένο λόγο. Αν αναλύσουμε προσεχτικά το υλικό που συγκέντρωσε ο Πιαζέ θα δούμε πως, χωρίς να έχει συνείδηση ο ίδιος αποδεικνύει τη διαδικασία μετατροπής του εξωτερικού λόγου σε εσωτερικευμένο.» (106)

«Κοινωνικός λόγος - εγωκεντρικός λόγος – εσωτερικός λόγος, αυτό είναι τελικά το σχήμα στο σύνολό του.» (106)

«Για το Βιγκότσκι ο εγωκεντρικός λόγος είναι συνεπώς ανάμεσα στον επικοινωνιακό λόγο και στον εσωτερικευμένο λόγο. Ο Πιαζέ ενδιαφέρεται περισσότερο στην οπτική γωνία του παιδιού και ο εγωκεντρισμός είναι γι’ αυτόν χαρακτηριστικό της κρίσης του παιδιού. Ο Βιγκότσκι ενδιαφέρεται στην ψυχολογική λειτουργία του εγωκεντρικού λόγου του παιδιού και επιθυμεί να αποδείξει ότι πρόκειται για μια μορφή συνοδείας και προσανατολισμού της σκέψης που θα πάρει στον ενήλικα τη μορφή του εσωτερικευμένου λόγου» (Vergnaud / 2000, p. 41 – 42)

Παιδαγωγικές σκέψεις και εφαρμογές

Είτε δούμε το μονόλογο με τα μάτια του J. Piaget είτε με αυτά του L. Vygotski είναι σαφές πως αποτελεί ουσιαστικό σημείο στην εξέλιξη του παιδιού. Εξ άλλου, όσοι έχουν παρατηρήσει και ακούσει παιδιά  3-6 περίπου χρόνων να μιλούν για τους γύρω τους και τον γύρω κόσμο έχουν σαφώς διακρίνει το γεγονός ότι και ο λόγος (που εκφράζει τη σκέψη είτε απευθύνεται στους άλλους είτε όχι) δίνει την εντύπωση πως αυτός που τον εκφέρει σκέφτεται από τη δική του οπτική γωνία. Δεν έχει παρά να ρωτήσει το παιδί αν πιστεύει πως το φεγγάρι μας ακολουθεί ή μια άλλη παρεμφερή ερώτηση: Σε ηλικία 4 ετών ο Α., στην ερώτηση «γιατί υπάρχουν τα λουλούδια;» απαντά «τα έφτιαξε ο Θεός για να μας ευχαριστήσει». Το ίδιο παιδί, όπως και πολλά άλλα, ισχυρίζεται σε αυτή την ηλικία πως το φεγγάρι μας ακολουθεί και του είναι αδύνατον να καταλάβει ότι δυο άνθρωποι μπορεί να μην έχουν την ίδια επιθυμία την ίδια στιγμή. Για παράδειγμα του είναι πολύ δύσκολο να παραδεχτεί (όπως σχεδόν όλα τα μικρά παιδιά) πως ενώ αυτός επιθυμεί διακαώς να μπει στη θάλασσα και τη βρίσκει ζεστή μπορεί ο ενήλικας που τον συνοδεύει να μην έχει καμιά όρεξη να τον ακολουθήσει και να τη βρίσκει δροσερή ή και κρύα. Στην ηλικία των 6 ½ χρόνων το ίδιο παιδί αναφέρει, σε διάστημα λίγων ωρών, διάφορα στοιχεία που επιτρέπουν να καταλάβουμε ότι η σκέψη του, και συνεπώς και η έκφρασή της με το λόγο, έχει αλλάξει: «Αν θέλεις μπορείς να μην μπεις μαζί μου στο νερό. Ξέρεις, μερικές φορές σε άλλους η θάλασσα φαίνεται κρύα και σε άλλους ζεστή. Μην μπεις εσύ αν νομίζεις πως είναι κρύα!» Και έτσι εξαφανίζεται η διαμάχη των δύο τελευταίων χρόνων για το αν θα μπούμε μαζί του στη θάλασσα ή όχι…… Την ίδια μέρα ζητά από τον ενήλικα που είναι ξαπλωμένος στην παραλία να δει το βουνό που έχει φτιάξει με άμμο. Ο ενήλικας ρίχνει μια ματιά χωρίς να κουνηθεί και λέει: «πολύ ωραίο, μπράβο!» Και ο Α. «Δεν το είδες όλο. Γιατί από εκεί που είσαι εσύ δεν βλέπεις αυτό που βλέπω εγώ.» Και ερχόμενος δίπλα στον ενήλικα : «Δεν βλέπεις το κοχυλάκι που έχω βάλει από την άλλη μεριά…» . Το ίδιο βράδυ, στην ερώτηση αν το φεγγάρι μας ακολουθεί απαντά: «Ξέρεις, έτσι νομίζουμε. Όμως είναι πολύ ψηλά και έτσι το βλέπει και η γιαγιά μου στην Αθήνα…….». Μερικές μέρες αργότερα, σε πούλμαν στη Εθνική οδό προς Αθήνα, ενώ παρακολουθεί αρκετή ώρα τα αυτοκίνητα που κινούνται στην αντίθετη λωρίδα λέει: «Ξέρεις, τα απέναντι αυτοκίνητα μοιάζουν να τρέχουν πιο πολύ απ’ ότι τρέχουν στην αλήθεια. Έτσι νομίζουμε γιατί εμείς πάμε ανάποδα….!».

Βλέπουμε λοιπόν πως η αλλαγή στην οπτική γωνία των όσων συμβαίνουν γύρω του πράγματι αλλάζει και το λόγο. Όχι αυτόν που εκφέρει μόνο του. Αυτόν που απευθύνει με σαφήνεια σε κάποιον ενήλικα. Παύει το παιδί να είναι το κέντρο του κόσμου και μπορεί να διακρίνει και τις απόψεις των άλλων και, άρα, φέρεται με τρόπο πιο «κοινωνικοποιημένο» αφού αναγνωρίζει στον άλλο το δικαίωμα να νιώθει κάτι διαφορετικό από το ίδιο. Παράλληλα βλέπει και τα πράγματα γύρω του (το φυσικό κόσμο) με άλλο μάτι.

Από την άλλη όλοι οι παιδαγωγοί που έχουν σκύψει για λίγο προσεκτικά στα διάφορα λεγόμενα παιδιών έχουν ακούσει (και ίσως καταγράψει) μονολόγους όπως:

Ο Β. (4 ½ ετών): «Έχω ζωγραφίσει μια μπουλντόζα που μαζεύει χώματα και σκεπάζει με τα χώματα τη γιαγιά μου. Εμένα δε με σκεπάζει γιατί είμαι μικρός. Μόνο άμα πάρω τα κλειδιά του αυτοκινήτου μας ο μπαμπάς μου είπε ότι θα έρθει ο αστυνομικός με την μπουλντόζα και θα με σκεπάσει με τα χώματα. Εγώ τη φοβάμαι.»Ή της Μ. (3 ½ ετών): «Πρέπει να βρω κάτι να σκεπάσω το μωρό μου για να μη το βρει ο λύκος. Όχι, αυτό είναι μεγάλο, δεν ταιριάζει. Θα το βρει ο λύκος και θα το φάει το μωρό μου. Κακέ λύκε, μην έρθεις κοντά…».Ή το μονόλογο του Ν. (4 ½ ετών) που ο παιδαγωγός τον λέει συνέχεια βλάκα: «Εγώ δεν είμαι χαζός. Αυτός είναι χαζός! Αυτός είναι βλάκας! Εγώ φοβάμαι. Μου σβουρίζουν τα αυτιά. Εγώ ξέρω, αυτός είναι βλάκας. Εγώ όταν είμαι μεγάλος θα τον δείρω! Να τι θα του κάνω (σκύβει στο σκάμμα, ανοίγει ένα λάκκο, χώνει μια πέτρα μέσα και τη σκεπάζει).Αλλά και ένας άλλος του Δ. (3 ½ ετών): «Είμαι μαλάκας, είμαι κακό παιδί, θα με φάνε τα ποντίκια».Απ’ την άλλη της Κ. (5 ετών): «Εγώ όσο πάω και μεγαλώνω. Και όταν μεγαλώσω πολύ θα γίνω γυναίκα. Και άμα γίνω γυναίκα θα πλένω τα πιάτα, τα ποτήρια, τα μαχαίρια».Και της Θ. (3 ½ ετών) στο κουκλόσπιτο, παίζοντας με τις κούκλες «μαμά και παιδί»: «Πάρε μια σφαλιάρα παλιόπαιδο που δεν κοιμάσαι». Και μιλώντας στο τηλέφωνο: «Ναι παιδί μου, ησύχασα από τότε που τα παιδιά πηγαίνουν σχολείο».Αν σκεφτούμε λίγο πάνω σε αυτούς τους μονόλογους θα λέγαμε πως είναι πράγματι δείγματα που αργότερα θα παρουσιάζουν τα περισσότερα τη μορφή του εσωτερικευμένου λόγου. Το παιδί εκφράζει δυνατά αυτό που αργότερα (και όχι πάντα….) ο ενήλικας θα «λέει μέσα του». Δεν απευθύνεται σε κανέναν. Και δεν δηλώνει μόνο πρόθεση γι’ αυτό που σκέπτεται να κάνει. Δηλώνει και συναισθήματα και σκέψεις, μιμείται φράσεις που έχει ακούσει. Εκφράζει τον εσωτερικό του κόσμο και, αν το ακούσουμε μπορεί να μας δώσει πολλά «μαθήματα» για το πώς νιώθει, πώς του φερόμαστε, πώς αντιλαμβάνεται αυτά που του λέμε ή που ακούει γύρω του.Βλέπουμε λοιπόν πράγματι ότι ο μονόλογος, παρουσία του ενήλικα κυμαίνεται μεταξύ δύο πόλων: Αυτόν του μονόλογου – ατομικού ή συλλογικού – και της συζήτησης ή της έξυπνης ανταλλαγής ιδεών. Στο χέρι του ενήλικα είναι να τον εκμεταλλευτεί. Είτε παίρνοντας χρήσιμες πληροφορίες, είτε συντελώντας στην εξέλιξη της ανταλλαγής ιδεών.

Μονόλογος συλλογικός

Ο μονόλογος μεταξύ παιδιών είναι, όπως βλέπουμε απ’ όσα μας λέει κυρίως ο Piaget, απαραίτητος για τη νοητική, συναισθηματική και κοινωνική εξέλιξη των παιδιών. Δεν μπορούμε να τον προκαλέσουμε ούτε είναι δουλειά του ενήλικα να επέμβει σε ένα τέτοιο συλλογικό ή δυαδικό μονόλογο που, κι αυτός, θα εξελιχθεί με τον καιρό σε διάλογο. Όμως δεν πρέπει να τον εμποδίζουμε και κυρίως πρέπει να έχουμε το νου μας να δημιουργούμε ευκαιρίες όπου τα παιδιά, σε μικρές ομάδες, θα έχουν την ευκαιρία να «κάνουν τα δικά τους», μακριά από βλέμματα και κρίσεις ενηλίκων, να αναπτύξουν αληθινές σχέσεις ανάλογες με την ηλικία τους, να ανταλλάξουν ό,τι έχουν και μπορούν να ανταλλάξουν. Γι’ αυτό, μεταξύ άλλων, λέμε πως οι χώροι αγωγής πρέπει να είναι έτσι οργανωμένοι ώστε τα παιδιά να μην είναι σχεδόν ποτέ όλα μαζί. Να βρίσκονται σε μικρές ομάδες σε χώρους που ονομάζουμε γωνιές ή εργαστήρια και να πειραματίζονται. Με τα υλικά και με τους ανθρώπους. Με το περιβάλλον τους δηλαδή, έμψυχο και άψυχο. Και να προχωρούν στη γνώση των άλλων και του γύρω τους κόσμου. Άλλη μια φορά εδώ αναφέρω πως δεν είναι δυνατόν ο ενήλικας να επιβάλλει διάλογο μεταξύ των παιδιών (θυμηθείτε αυτό το περίφημο που είναι πολύ στη μόδα στους χώρους αγωγής όταν δυο παιδιά μαλώνουν: λέει ο παιδαγωγός: «βγείτε έξω να τα συζητήσετε και να τα βρείτε και μετά ελάτε». Τι νόημα έχει άραγε μετά από όσα είπαμε;). Εξ άλλου κανείς άνθρωπος δεν μπορεί να επιβάλλει ουσιαστικό διάλογο μεταξύ δύο ή περισσοτέρων ανθρώπων. Τις συνθήκες δημιουργεί και οι ευκαιρίες παρουσιάζονται. Είτε για το καλό (δημιουργικό παιχνίδι) είτε για το «κακό» (διένεξη, καυγάς, λύσιμο διαφορών),  εξ ίσου δημιουργικό και απαραίτητο.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

PIAGET, J., (1959), The langage and thought of the child, London, Routledge & Kegan Paul LTD.

VERGNAUD, G., (2000), Lev Vygotski. Pédagogue et penseur de notre temps, Paris, Hachette, Education.

VYGOTSKI, Lev, Pensée et langage, 3ème édition de la traduction française, (1998), La Dispute, Paris, 1934 – 1937 (1ère édition).


[1] PIAGET, J., (1959), σελίδες  243 – 279.

Θεματικές Ενότητες

Επισκέπτες

Έχουμε 21 επισκέπτες συνδεδεμένους

Αίτηση Εγγραφής

Είσαι Παιδαγωγός Προσχολικής Ηλικίας ΤΕΙ;
Γίνε μέλος τώρα !

Αίτηση

ΠΑ.ΣΥ.ΒΝ Social

ΠΑΣΥΒΝ FacebookΠΑΣΥΒΝ TwitterΠΑΣΥΒΝ YouTube