Μαρία Ιωαννίδου
Ψυχολόγος

Από τις πρώτες κιόλας εβδομάδες ζωής τα βρέφη μέσω διαφόρων «πρότυπων» κινήσεων (π.χ. πιπίλισμα, κινήσεις χεριών και ποδιών, μπουσούλισμα, κλπ.) προσπαθούν να έρθουν σε επαφή με τον εαυτό τους και αυτό που τα περιβάλλει, να ανακαλύψουν, με άλλα λόγια, τον κόσμο. Μέσω αυτών των κινήσεων τα βρέφη ξεπερνούν τα διάφορα εμπόδια, προκειμένου να ικανοποιήσουν την περιέργεια, τα ενδιαφέροντα και τις ανάγκες τους. Με τον τρόπο αυτό, τα κινησιολογικά πρότυπα, που αναπτύσσονται ακόμα από την εμβρυϊκή ζωή, διευκολύνουν τη διαμόρφωση της αντίληψης του εαυτού και των «άλλων», αποτελούν δηλαδή τη βάση για τη διάκριση του εγώ από τη μη – εγώ. Οι κινήσεις αυτές εξελίσσονται και αναδιαμορφώνονται μέσα στο χρόνο και έτσι το πιπίλισμα που σταδιακά γίνεται μάσημα και το μπουσούλισμα που σταδιακά γίνεται περπάτημα επιτρέπουν στο βρέφος να γίνει αυτόνομο και να διαχωρίσει τον εαυτό του από τον άλλο, το περιβάλλον, αλλά ταυτόχρονα να συμπεριλάβει το περιβάλλον στην εμπειρία του. Έτσι το βρέφος μαθαίνει για τον εαυτό του και τον κόσμο.

Πώς αναπτύσσονται, όμως, οι πρότυπες αυτές κινήσεις και ποια είναι η σημασία τους στην μετέπειτα εξέλιξη του ατόμου;
Κάθε διαμορφωμένη πρότυπη κίνηση αποτελεί μία πρώιμη ανταπόκριση του βρέφους στο περιβάλλον και εκφράζει μία κυρίαρχη ανάγκη τη στιγμή που εμφανίζεται. Καθώς αναδύεται μία ανάγκη, π.χ. πείνα, το βρέφος είτε κινείται προς την κατεύθυνση του «άλλου» είτε απομακρύνεται από αυτό, στην προσπάθειά του να βρει ικανοποίηση. Π.χ. ένα βρέφος 2 μηνών στρέφει το κεφάλι του προς τη θηλή της μητέρας για να θηλάσει. Η ανάγκη που υπάρχει πίσω από αυτή την κίνηση μπορεί να είναι η πείνα ή η στοργή. Μόλις το βρέφος νιώσει ότι χόρτασε ή ότι ικανοποιήθηκε η ανάγκη του, ολοκληρώνεται η κίνηση προς το αντικείμενο ενδιαφέροντος (π.χ. θηλή) και το βρέφος αποσύρεται και ξεκουράζεται. Η σημασία της απόσυρσης είναι τεράστια, καθώς αυτή παρέχει τη δυνατότητα στο βρέφος να αφομοιώσει το σωματικό ή κοινωνικό γεγονός και στη συνέχεια η προσοχή και η ενέργειά του είναι ελεύθερη για να κινηθεί προς μία άλλη κατεύθυνση, μία άλλη αναδυόμενη ανάγκη. Προσπαθήστε να φανταστείτε ποια θα είναι η συμπεριφορά του βρέφους στην περίπτωση που αυτός ο κύκλος επαφής (εμφάνιση της ανάγκης, κινητοποίηση του βρέφους, ικανοποίηση – κορεσμός, απόσυρση, κ.ο.κ.) για διάφορους λόγους κάπου διακοπεί. Η ανάγκη δεν ικανοποιείται και το γεγονός παραμένει «ανοιχτό» ως μία μισοτελειωμένη υπόθεση που αν μη τι άλλο ταλαιπωρεί το βρέφος. Αντίθετα, όταν η ροή αυτών των κύκλων επαφής είναι ομαλή, το βρέφος αρχίζει σταδιακά να οργανώνει με υγιή τρόπο την εμπειρία του και να ανακαλύπτει τη διαφορά ανάμεσα στο εγώ και το μη – εγώ.

Καθώς ξετυλίγονται σιγά – σιγά οι διάφορες κινήσεις, οργανώνονται δυναμικά στο χώρο και το χρόνο. Καθώς τα βρέφη εξερευνούν το περιβάλλον τους, επιλέγουν και τα καταλληλότερα μέσα από αυτά που έχουν στη διάθεσή τους, ώστε να κάνουν την εξερεύνησή τους. Οι κινήσεις που εμφανίζονται τελικά αποτελούν απλά τις πιο προφανείς λύσεις ανάμεσα σε όλες τις δυνατές επιλογές που έχει το βρέφος σε μία δεδομένη κατάσταση και προϋποθέτουν το συντονισμό διαφόρων παραγόντων, όπως π.χ. της δύναμης των μυών, των βιο-μηχανικών και γνωστικών του ικανοτήτων, της προηγούμενης ιστορίας του βρέφους, των προθέσεων του βρέφους καθώς και των δυνατοτήτων που παρέχει το περιβάλλον.

Όταν αρχίζει να σχηματοποιείται μία κίνηση, όπως π.χ. το μπουσούλισμα, αυτό αποτελεί μία λειτουργία της σχέσης οργανισμού – περιβάλλοντος. Συνεπώς, για να αναπτυχθούν επαρκώς και αποτελεσματικά τα διάφορα κινησιολογικά πρότυπα, το βρέφος και ο ενήλικας που το φροντίζει θα πρέπει να συντονίζονται με τέτοιο τρόπο, ώστε οι ανάγκες του καθενός να συναντιούνται επαρκώς με τις ανάγκες του άλλου. Ο ενήλικας θα πρέπει να είναι τόσο διαθέσιμος όσο χρειάζεται, για να μπορέσει το βρέφος να αναπτυχθεί, αλλά όχι υπερβολικά διαθέσιμος, ώστε να δίνει χώρο για την αυθόρμητη και υγιή αναπτυξιακή πορεία του βρέφους. Όταν ο ενήλικας είναι υπερβολικά περιποιητικός και παρεμβατικός, το βρέφος δεν μπορεί να μάθει να λύνει τα διλήμματά του μέσα από την εξερεύνηση και να ανακαλύψει τις δικές του λύσεις. Από την άλλη πλευρά, όταν ο ενήλικας παραμελεί το βρέφος, τότε αυτό αναγκάζεται να παλέψει με δυνάμεις που το ξεπερνούν και να κάνει πράγματα για τα οποία ακόμα δεν είναι ώριμο. Και στις 2 αυτές περιπτώσεις το βρέφος δεν μπορεί να ανταποκριθεί στη διαδικασία της δημιουργικής προσαρμογής, που θα το οδηγήσει στην ωρίμανση και την αυτονομία Έτσι, οι με λάθος και δυσλειτουργικό τρόπο συντονισμένες κινήσεις που αναπτύσσονται εσωτερικεύονται και ενσωματώνονται στο νευρικό σύστημα του παιδιού και γίνονται μέρος του «όλου».

Όπως προαναφέρθηκε, οι διάφορες κινήσεις οργανώνονται δυναμικά στο χώρο και το χρόνο. Όταν μία υπάρχουσα κίνηση δεν είναι πλέον χρήσιμη, από-διοργανώνεται. Οι πρώιμες κινήσεις δίνουν τη θέση τους σε άλλες, πιο προσαρμοστικές και επιδέξιες. Π.χ. το πιπίλισμα ως τρόπος πρόσληψης της τροφής γίνεται ξεπερασμένο, όταν εμφανίζονται τα δόντια, που παρέχουν έναν εναλλακτικό τρόπο για την ενέργεια αυτή. Και το μπουσούλισμα παύει να αποτελεί προτίμηση του βρέφους, όταν το περπάτημα γίνεται μια πιο ευχάριστη δυνατότητα κίνησης στο χώρο. Αυτές οι πρώιμες κινήσεις, όμως, δεν εξαφανίζονται από το βρέφος. Αντίθετα, παραμένουν ως μέρος των νέων και πιο οργανωμένων αναδυόμενων διαδικασιών. Ενσωματώνονται στις καινούριες κινήσεις και εξυπηρετούν άλλες λειτουργίες. Για παράδειγμα, ο συντονισμός των χειλιών, της γλώσσας και του σαγονιού κατά την κίνηση του θηλασμού είναι επίσης παρόν και ακόμα πιο αναπτυγμένος στην ομιλία, κατά τον σχηματισμό των διαφόρων φθόγγων και λέξεων. Με άλλα λόγια, οι πρώιμες κινήσεις αποτελούν το υπόβαθρο για τις επόμενες και συμβάλλουν στη διαμόρφωση του σώματος και στη διάκριση των λειτουργιών ανάμεσα στα διάφορα μέρη του. Η κάθε πρότυπη κίνηση που αναπτύσσεται εμπεριέχει την πορεία της προηγούμενης κινητικής εμπειρίας καθώς και τους σπόρους για τη νέα λειτουργία που θα αναπτυχθεί. Υπό αυτή την έννοια, οι πρότυπες αναπτυξιακές κινήσεις μοιάζουν με κλωστές που σταδιακά πλέκουν το ύφασμα της ζωής μας.

Τα πρώτα βήματα
Καθώς οι κινήσεις διαμορφώνονται και ενσωματώνονται στο αναπτυσσόμενο νευρικό σύστημα του βρέφους, γίνονται και βασικά στοιχεία στήριξης για τη διαδικασία της επαφής του βρέφους με τον εαυτό του και το περιβάλλον. Μία υγιής επαφή, είτε ενός βρέφους είτε ενός ενήλικα, βασίζεται πάνω σε ένα επαρκές υποστηρικτικό πλαίσιο τέτοιων αναδυόμενων πρότυπων κινήσεων. Υπό αυτή την έννοια, οι πρότυπες κινήσεις παρέχουν ευελιξία στη διαδικασία της δημιουργικής προσαρμογής μέσα στο χρόνο ή μπορεί να προκαλέσουν διακοπές στην επαφή και δυσκολίες στην προσαρμογή.

Ας δούμε πώς εξελίσσεται μία τέτοια διαδικασία μέσα από ένα παράδειγμα και πιο συγκεκριμένα από τον τρόπο με τον οποίο το παιδί μαθαίνει να κάνει τα πρώτα του βήματα.

Όταν ένα παιδί που κάνει τα πρώτα του βήματα βιώνει το περιβάλλον του ως ελκυστικό και ασφαλές, η εξερεύνησή του γίνεται δίχως απαγορεύσεις και περιορισμούς. Μαθαίνοντας να περπατάει θα πέσει κάτω και θα ξανασηκωθεί, διατηρώντας τον ενθουσιασμό μπροστά στη νέα αυτή αναπτυξιακή πρόκληση. Συχνά ο ενήλικας είναι δίπλα του δημιουργώντας ένα περιβάλλον που του παρέχει την απαραίτητη στήριξη. Η παρουσία του ενήλικα δεν είναι ούτε πολύ ενεργητική ούτε πολύ παθητική, επιτρέποντας στο παιδί να ανακαλύψει και να δημιουργήσει την προαπαιτούμενη για την εξερεύνησή του ενέργεια.

Καθώς το παιδί κάνει τα πρώτα του βήματα μετατοπίζει τη στήριξη του βάρους του από το ένα πόδι στο άλλο. Ταυτόχρονα, προσπαθεί να διατηρήσει την ισορροπία του κεφαλιού του σε σχέση με την κατακόρυφη στάση της σπονδυλικής του στήλης. Για λίγα δευτερόλεπτα και ενώ κινδυνεύει να πέσει, ανακαλύπτει μία επισφαλή σταθερότητα. Μόλις όμως καταφέρει να ανακτήσει την ισορροπία με τη βοήθεια των προτεταμένων χεριών του, αποκτά εμπιστοσύνη στον εαυτό του και το σώμα του. Τότε στηρίζει το βάρος του στο ένα πόδι και κινεί προς τα εμπρός το άλλο. Με την κίνηση αυτή το παιδί γέρνει προς τα εμπρός και πλάγια, μέχρι το πόδι που βρίσκεται στον αέρα να αγγίξει τη γη. Και ιδού! Περπατάει!

Όταν η κίνηση διαμορφώνεται και αναπτύσσεται με αυτόν τον ομαλό τρόπο, ρέει από την περιφέρεια, από τα άκρα και τα όργανα των αισθήσεων, και συνεχίζει μέσα από το υπόλοιπο σώμα. Με την εξάσκηση η κίνηση αυτή αφομοιώνεται αρμονικά από το αναπτυσσόμενο νευρικό σύστημα του παιδιού και του δίνει τη δυνατότητα να κατανοήσει τη σχέση ανάμεσα στο κέντρο του σώματός του και στα άκρα του, τα όριά του. Έτσι, το παιδί μαθαίνει να διαφοροποιεί τον εαυτό του από τους άλλους.

Ας υποθέσουμε τώρα ότι ο ενήλικας δυσκολεύεται να εμπιστευτεί το περιβάλλον και υποφέρει από υπερβολικό άγχος. Ό,τι κι αν το βρέφος ή το παιδί εξερευνεί ο ενήλικας διαρκώς ανησυχεί για την ασφάλειά του και το περιβάλλει με μία ανεπιθύμητη προστασία και παρουσία. Ως απάντηση σ’ αυτή τη στάση το παιδί καταπιέζει την περιέργεια και τον ενθουσιασμό του. Προσωρινά κρατά την αναπνοή του και μαζεύει τα χέρια, τα πόδια και το κεφάλι του προς τον κορμό του σώματός του. Αυτό προκαλεί επιπλέον περιορισμούς στις αρθρώσεις του και σταματάει την υγιή και αυθόρμητη εξωστρεφή συμπεριφορά και εξερεύνηση. Αν αυτά τα επεισόδια συνεχιστούν, το παιδί μαθαίνει να σφίγγει τους μύες του και να κρατά την αναπνοή του ως απάντηση στο άγχος του ενήλικα. Οι μύες της μέσης και του μηρού δε λειτουργούν αποτελεσματικά, ώστε να σταθεροποιήσουν την σπονδυλική στήλη και έτσι δε βοηθούν στην έναρξη της κίνησης αυτής, των πρώτων βημάτων δηλαδή. Η κίνηση έτσι αναπτύσσεται αδέξια και ασυντόνιστη.

Εξαιτίας της έλλειψης σταθερότητας στο κάτω μέρος του σώματος, επιστρατεύονται τα πάνω άκρα σε μία προσπάθεια να αντισταθμίσουν την ένταση και την κούραση. Έτσι, παρατηρείται μία ένταση στον αυχένα, ανύψωση των ώμων και ανισορροπία ανάμεσα στο κεφάλι και τη σπονδυλική στήλη. Με τέτοιου είδους διακοπές στην ομαλή ροή ανάμεσα στο ένα μέρος του σώματος και το άλλο και στη σχέση με το περιβάλλον, η σύνδεση με τη γη γίνεται ιδιαίτερα ασταθής. Το παιδί προσπαθεί να γνωρίσει ένα περιβάλλον που το νιώθει ασταθές και αβέβαιο.

Στην περίπτωση αυτή οι ανάγκες του παιδιού παραμένουν ανικανοποίητες και αυτό είναι εμφανές τόσο στο σώμα όσο και στη συμπεριφορά του παιδιού. Το παιδί δεν μπορεί εύκολα να αντιληφθεί τη διάκριση μεταξύ των διαφόρων μερών του σώματός του ή να διαφοροποιήσει τον εαυτό του από το περιβάλλον.

Η σημασία της μελέτης της αναπτυξιακής πορείας της διαμόρφωσης των διαφόρων αυτών κινήσεων και σωματικών στάσεων από τη βρεφική ηλικία έγκειται όχι μόνο στην εξασφάλιση στα βρέφη του κατάλληλου υποστηρικτικού για την ομαλή ανάπτυξή τους περιβάλλοντος αλλά και στο γεγονός ότι οι πρώιμες αυτές εμπειρίες αφομοιώνονται και «αποθηκεύονται» στο σώμα μας αποτελώντας μέρος της προσωπικής μας ιστορίας. Η μνήμη του σώματος ξεκινά, όπως προαναφέρθηκε, ακόμα από την περίοδο της κύησης και σ’ αυτή προστίθενται όλα τα γεγονότα και οι εμπειρίες της βρεφικής και αργότερα παιδικής και εφηβικής ηλικίας. Κάποιες από τις εμπειρίες αυτές, ιδιαίτερα όταν είναι δυσάρεστες, όπως συμβαίνει σε περιπτώσεις παραμέλησης ή κακοποίησης στιγματίζουν την υπόλοιπη ζωή του ατόμου, αφήνοντας εμφανή σημάδια στο σώμα και όχι μόνο.

Βιβλιογραφία

Frank, R. (2001). Body of Awareness: A somatic and Developmental Approach to Psychotherapy. Massachusetts: GestaltPress.

Κουγιουμουτζάκης, Γ. (1995). Αναπτυξιακή Ψυχολογία: Παρελθόν, Παρόν και Μέλλον. Ηράκλειο: Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης.

Κουγιουμουτζάκης Γ. (1997). Πρόοδος στην Αναπτυξιακή Ψυχολογία των Πρώτων Χρόνων. Ηράκλειο: Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης.

Schaffer, R. (1983). Μητρική Φροντίδα. Αθήνα: ΚΑΚΤΟΣ

Πηγή: "Λόγια Παιδαγωγών Και... Όχι Μόνο"

Θεματικές Ενότητες

Επισκέπτες

Έχουμε 40 επισκέπτες συνδεδεμένους

Αίτηση Εγγραφής

Είσαι Παιδαγωγός Προσχολικής Ηλικίας ΤΕΙ;
Γίνε μέλος τώρα !

Αίτηση

ΠΑ.ΣΥ.ΒΝ Social

ΠΑΣΥΒΝ FacebookΠΑΣΥΒΝ TwitterΠΑΣΥΒΝ YouTube