Μάτσα-Θολιώτη Βασιλική

Παιδαγωγός προσχολικής ηλικίας

Μεταπτυχιακό στην Εκπαίδευση

 

Τα νεογέννητα από πολύ νωρίς εμπλέκονται σε επικοινωνία με εκείνους που τα φροντίζουν, καθώς αρχίζουν να συμμετέχουν στις καθημερινές δραστηριότητες, τις συζητήσεις και τα γεγονότα της κοινότητάς τους. Η κουλτούρα και οι διαφορετικές αντιλήψεις για την ανατροφή των παιδιών επηρεάζουν τον τρόπο με τον οποίο διαμορφώνονται αυτές οι πρώτες κοινωνικές εμπειρίες.

Το φυσικό περιβάλλον μέσα στο οποίο διαμορφώνονται οι πρώτες σχέσεις και συντελείται η εξέλιξη του παιδιού είναι το κοινωνικό περιβάλλον όπου υπάρχουν και οι ΑΛΛΟΙ. Μέσα σ' αυτό το περιβάλλον και μέσα από τις σχέσεις που αναπτύσσονται, τα παιδιά οδηγούνται στην κατανόηση του κοινωνικού τους κόσμου και αποκτούν την ικανότητα να διαπραγματεύονται τις προσωπικές τους επιλογές.

Οι πρώτες κοινωνικές συνδιαλλαγές

Η κοινωνική εξέλιξη, σύμφωνα με τον Schaffer (1996), είναι ο τρόπος με τον οποίο τα παιδιά επικοινωνούν με τους άλλους και είναι δύσκολο να την διαχωρίσει κανείς από την γνωστική και την συναισθηματική ικανότητα. Η σπουδαιότητα των σχέσεων που αναπτύσσονται στην πολύ μικρή ηλικία είναι ολοφάνερη καθώς το παιδί δεν μπορεί να κάνει τίποτα από μόνο του, παρά εξαρτάται από τους άλλους. Διαθέτει όμως έμφυτους μηχανισμούς, όπως το γέλιο και το κλάμα, για να προσελκύει την προσοχή των άλλων, να αντιδρά και να αλληλεπιδρά μαζί τους.

Μέσα λοιπόν από τη σχέση του με τους άλλους ανθρώπους το παιδί αποκτά ταυτότητα, την αίσθηση του εαυτού του. Αυτές οι σχέσεις αναπτύσσονται από την εμβρυϊκή ηλικία (περίπου στον 6-7 μήνα), και επηρεάζουν την μεταγενέστερη εξέλιξή του. Από τη στιγμή της γέννησης έχει την ικανότητα να αναγνωρίζει την φωνή της μητέρας του ανάμεσα στις φωνές άλλων γυναικών και να αντιδρά στα χαρακτηριστικά του ανθρώπινου προσώπου.  Ακόμη και το πιο μικρό βρέφος μπορεί να επηρεάσει την συμπεριφορά των ενηλίκων. Για να μπορέσουν να επικοινωνήσουν αποτελεσματικά μητέρα και παιδί καταφέρνουν να συγχρονίσουν τη συμπεριφορά τους, που αρχικά σχετίζεται με τους βιολογικούς ρυθμούς φαγητού και ύπνου.

Οι κοινωνικές αλληλοεπιδράσεις τους πρώτους μήνες γίνονται πρόσωπο με πρόσωπο. Στη πρώτη αυτή μορφή επικοινωνίας, μητέρα και παιδί, βιώνουν συναισθήματα χαράς και ευχαρίστησης. Το παιδί συμμετέχει στα προγλωσσικά παιγνίδια με χαμόγελα, ψελλίσματα, εκφράσεις, χειρονομίες και αντιμετωπίζεται ως κοινωνικό ον και δέκτης κοινωνικής αλληλεπίδρασης.

Μέσα λοιπόν από τις σχέσεις του με τους άλλους ανθρώπους, από πολύ μικρό, έχει την ικανότητα να αντιλαμβάνεται τόσο τις προθέσεις όσο και τους σκοπούς όλων των μελών του οικογενειακού του περιβάλλοντος, που μπορεί να είναι διαφορετικές από τις δικές του. Μπορεί και προβλέπει τις ενέργειες και αντιδράσεις της μητέρας του και προκαλεί σκόπιμες συμπεριφορές για να ευχαριστήσει, ενοχλήσει, τραβήξει την προσοχή της. Καταλαβαίνει πως οι κανόνες εφαρμόζονται διαφορετικά ανάλογα με την πρόθεση ή την έλλειψη ικανότητας και εφευρίσκει δικαιολογίες.

Στις πρώτες σχέσεις, τα παιδιά, βιώνουν τρόπους συμπεριφοράς, που είναι αποδεκτοί από το περιβάλλον τους και αναπτύσσουν μορφές επικοινωνίας, σύμφωνα με τα πολιτισμικά δεδομένα στη συγκεκριμένη χρονική στιγμή.


Πολιτισμικό περιβάλλον και κοινωνική εξέλιξη

Στη μελέτη για την κοινωνική εξέλιξη των παιδιών, ο Schaffer (1996) επισημαίνει ότι τα όποια  συμπεράσματα προκύπτουν,  δεν πρέπει να γενικεύονται και να εφαρμόζονται σε όλα τα παιδιά, αλλά να λαμβάνεται υπ' όψιν η κάθε πολιτισμική κουλτούρα καθώς και οι αντιλήψεις και αξίες των άλλων κοινωνιών. Βέβαια, υπάρχουν γενικότητες, όπως ότι τα παιδιά πρέπει να αγαπηθούν, όμως άνθρωποι με διαφορετικές κουλτούρες έχουν και διαφορετικές αντιλήψεις για την παιδική ηλικία. Στο δυτικό κόσμο τα παιδιά αρχικά είναι εξαρτημένα και πρέπει να γίνουν ανεξάρτητα ενώ η παραδοσιακή γιαπωνέζα μητέρα το βλέπει στην αρχή ανεξάρτητο και η δουλειά της είναι να το κάνει εξαρτημένο δηλ. να το προσεγγίσει στην οικογενειακή κοινότητα.

Ακόμη και ο τρόπος αντιμετώπισης των παιδιών από τη γέννησή τους είναι διαφοροποιημένος κατά φύλο. Το βιολογικό φύλο είναι αυτό που διαμορφώνει τον τρόπο που οι άλλοι αντιμετωπίζουν τα παιδιά αλλά και πως τα ίδια βλέπουν τον εαυτό τους. Μερικές κοινωνίες διαφοροποιούνται εντονότερα από άλλες, ως προς τον τρόπο αντιμετώπισης των παιδιών από την γέννησή τους κατά φύλο, αλλά και στις πιο ισότιμες κοινωνίες το βιολογικό φύλο διαμορφώνει το πεπρωμένο σε κάποιο βαθμό, σ' αυτό επηρεάζει το όνομα που δίνεται, ο τρόπος που τα συμπεριφέρονται, τα μιλούν, τα παίζουν.

Τα βρέφη αφομοιώνουν σύμβολα που χαρακτηρίζουν το φύλο τους από τους άλλους, όμως δεν έχουν αίσθηση του δικού τους κοινωνικού φύλου. Μετά τον πρώτο χρόνο ταυτίζονται με εκείνους που ανήκουν στο ίδιο φύλο διαπλάθοντας τη συμπεριφορά του κοινωνικού τους φύλου στο παιγνίδι, και μιλούν με τους γύρω ενήλικες, τα αδέλφια και τους συνομηλίκους  για τις ιδιότητες που ταιριάζουν στο δικό τους φύλο και στο αντίθετο. Η συγκρότηση της ταυτότητας του φύλου δεν εξαρτάται από τον τρόπο που αντιμετωπίζονται από τους γύρω αλλά το πώς είναι δομημένη η κοινωνική αντίληψη των κοριτσιών και των αγοριών για τη διαφοροποίηση του φύλου( Schaffer,1996).


Συναισθηματικές ΄΄προσκολλήσεις΄΄

Στην εξέλιξη του παιδιού, θεμελιακή σημασία έχει η ανάπτυξη ενός πολύ ισχυρού δεσμού με τη μητέρα του ή άλλου ενήλικα, πατέρα,  παππού, γιαγιά,  αδέρφια, κλπ. μέλη, που ανήκουν στο άμεσο περιβάλλον του και διατηρούν μαζί του στενή και σταθερή αλληλεπίδραση.

Η σχέση αυτή της εξάρτησης δημιουργείται τους πρώτους μήνες της ζωής του βρέφους  και έχει μεγάλη συναισθηματική αξία. Το παιδί έχει ανάγκη τη διαρκή παρουσία της μητέρας του, την αγκαλιά της,  για να νοιώθει ασφάλεια και παρηγοριά και να εξερευνήσει τον κόσμο γύρω του. Η προσκόλληση αυτή, βασίζεται σε έναν αριθμό έμφυτων συμπεριφορών, όπως το κλάμα, το χαμόγελο, το γάντζωμα και εξυπηρετούν την ανάγκη του βρέφους να διατηρεί στενή σχέση με τη μητέρα του.  Σημαντικός παράγοντας για την ανάπτυξη μιας ασφαλούς προσκόλλησης θεωρείται  η ετοιμότητα και η προθυμία της μητέρας για άμεση ανταπόκριση στις αντιδράσεις και τις ανάγκες του παιδιού. Επίσης καθοριστικός παράγοντας δεν είναι το πόσο χρόνο μένει η μητέρα με το παιδί, αλλά τα κοινωνικά ερεθίσματα που φέρει η μητέρα στην αλληλεπίδραση με το παιδί της.

Η Singer (1992) στη θεωρία της προσκόλλησης υποστηρίζει πως σημαντικό ρόλο παίζουν οι πολιτισμικές αξίες και αντιλήψεις των περιβαλλόντων όπου μεγαλώνει το παιδί. Το πώς εκφράζονται τα συναισθήματα στη θεωρία της προσκόλλησης ταιριάζει με τη δυτική κουλτούρα, όπου γίνεται διάκριση μεταξύ εξάρτησης και ανεξαρτησίας και μεταξύ μέσα και έξω από το σπίτι. Η εξάρτηση βιώνεται μέσα στο οικογενειακό περιβάλλον με μια μητέρα πάντα διαθέσιμη ενώ η ανεξαρτησία έξω από το σπίτι. Η ασφαλής εξάρτηση και προσκόλληση στη μητέρα προετοιμάζει το δρόμο για την εξερεύνηση του έξω κόσμου, ανεξάρτητα και αυτόνομα. Σε άλλες κουλτούρες αντιμετωπίζεται εντελώς διαφορετικά η ανάγκη για εξάρτηση και ανεξαρτησία. Σε ορισμένες χώρες της Αφρικής μόλις τα παιδιά γίνουν 2 ετών χωρίζονται απότομα από τη μητέρα τους και την φροντίδα και εκπαίδευσή τους αναλαμβάνουν τα υπόλοιπα μέλη ή παιδιά της οικογένειας.

Το κέντρο προσχολικής αγωγής, περιβάλλον μάθησης και κοινωνικών

σχέσεων

Τα κέντρα προσχολικής αγωγής θεωρούνταν και θεωρούνται ως ένας τρόπος για να βελτιωθεί και να συμπληρωθεί η ανατροφή από την οικογένεια. Τον 20ο αιώνα Αμερικανοί παιδοψυχολόγοι, μέσω του προγράμματος Headstar υποστήριξαν ότι οι παιδικοί σταθμοί ήταν ένας τρόπος να δοθεί αντισταθμιστική αγωγή στα παιδιά που προέρχονται από μη προνομιακά περιβάλλοντα.

Στην δεκαετία του 1970 έγιναν πολλές έρευνες για τα αποτελέσματα των κέντρων προσχολικής αγωγής στην γλωσσική και γνωστική δεξιότητα των παιδιών των μη προνομιακών τάξεων. Στην ίδια δεκαετία πραγματοποιήθηκαν και έρευνες με αρνητικά σχόλια.

Η Singer (1992) προσπάθησε να αποδείξει ότι υπάρχει και «θεωρητική αντίδραση»: η παροχή μέριμνας των σύγχρονων θεωριών για την πρώιμη εξέλιξη του παιδιού εκτός σπιτιού, έρχεται σε σύγκρουση με αυτή εντός σπιτιού, γιατί η πρώτη απομακρύνεται από το πρότυπο της παραδοσιακής οικογένειας. Τα παιδιά που πηγαίνουν στους παιδικούς σταθμούς μεγαλώνουν σε ένα περιβάλλον λιγότερο οικείο και με συνθήκες διαφορετικές από εκείνες του σπιτιού. Από μικρά έρχονται σε επαφή με άλλα παιδιά και με ενήλικες που τα φροντίζουν, και μαθαίνουν να ρυθμίζουν τις ανάγκες τους για εξάρτηση και ανεξαρτησία με διαφορετικό τρόπο.

Ως προς το πώς οργανώνουν τα παιδιά τη συνύπαρξή τους μέσα στον παιδικό σταθμό, οι μελέτες στη Γαλλία και Ιταλία έδειξαν ότι μια βασική πλευρά της κουλτούρας των συνομηλίκων είναι η δημιουργία κοινών και σταθερών καθημερινών συνηθειών. Ακόμη και τα ενός έτους παιδιά απολαμβάνουν να φτιάχνουν μεταξύ τους κανόνες, όταν παίζουν (π.χ. κρυφτό). Οι κανόνες τους είναι αυθόρμητοι και τους δίνουν τη δυνατότητα να έχουν κάτι κοινό και να ελέγχουν το περιβάλλον τους με αποτέλεσμα να νοιώθουν τη χαρά να ανήκουν στην ομάδα.

Ο στενός δεσμός των γονέων με τα παιδιά απαιτεί χρόνο και προσπάθεια και πολύ προσοχή για να αναπτυχθεί. Και οι γονείς υποφέρουν από το φόβο «του αποχωρισμού» και πρέπει να μάθουν «την τέχνη να λένε αντίο» (Woodhead, κ. συν., 1999). Πιθανότατα οι γονείς να νοιώθουν ότι χάνουν μέρος της επιρροής τους στέλνοντας τα παιδιά στον παιδικό σταθμό.  Και ίσως αισθάνονται ότι γίνονται πιο ανίσχυροι εξ αιτίας των διαφορετικών περιβαλλόντων ανάμεσα στο σπίτι και τον παιδικό σταθμό και αυτό δημιουργεί δυσκολίες στη προσαρμογή των παιδιών τους.

Εμπλοκή σε έναν κόσμο που τον μοιραζόμαστε

Τα παιδιά έχουν έμφυτη την ανάγκη να ζήσουν και να μάθουν μέσα στη κουλτούρα, δείχνουν έτοιμα να εξερευνήσουν τον γύρο κόσμο τους και να τον κατανοήσουν μέσα από το πείραμα, την σύγκριση και τη σκέψη. Η κατανόηση του κόσμου από τα παιδιά και η πορεία τους μέσα σ΄ αυτόν γίνεται διαμέσου των κοινών εμπειριών και στόχων με τους άλλους και τις προσπάθειες να λειτουργήσουν όπως και οι άλλοι. Μοιράζονται την ομαδική εμπειρία, δείχνουν τα ενδιαφέροντά τους, συνεργάζονται, διαπραγματεύονται. Η έμφυτη ικανότητά τους για συνεργασία εμπλέκει τα βρέφη σε «πρωτοδιαλογικές» συνδιαλλαγές και είναι ουσιαστικό κίνητρο για τη μάθησή τους.

Από τον 4ο μήνα μαθαίνουν να συμμετέχουν σε μουσικά παιχνίδια, να παίζουν με το σώμα τους και να δείχνουν ότι διασκεδάζουν. Μέσα από τα επαναλαμβανόμενα παιχνίδια με χορό και τραγούδια, τα παιδιά βιώνουν την επικοινωνιακή τεχνική και αναπτύσσουν σχέσεις συντροφικότητας κυρίως με την μητέρα αλλά και με τα άλλα μέλη της οικογένειας, καθώς και με όσους γνωρίζουν και εμπιστεύονται. Αντίθετα δείχνουν δυσπιστία και φόβο σε ένα άγνωστο πρόσωπο όταν τα καλεί να επικοινωνήσουν.

Κατά τον Trevarthen (1999) τα βρέφη, στις πρώτες τους σχέσεις, επικοινωνούν συνδυάζοντας την συνειδητοποίηση με την κατανόηση. Για να συλλάβουν το σημείο ή το αντικείμενο που τα δείχνει η μητέρα τους παρακολουθούν το σώμα της και μέσα από αυτό καθοδηγούνται. Αναπτύσσουν συναισθήματα και προθέσεις πολύ πριν κατανοήσουν τις λέξεις. Τις λέξεις αυτές τις καταλαβαίνουν μέσα στο πλαίσιο της κοινής συνείδησης και των στόχων, πριν αρχίσουν να τις παράγουν μέσα από «δράση για νοηματοδότηση».

Η ικανότητα των παιδιών να αναγνωρίζουν και να ανταποκρίνονται σε συναισθηματικές καταστάσεις προηγούνται της ικανότητά τους να κατανοούν σκέψεις και συναισθήματα. Τα παιδιά έχουν την ικανότητα να αντιλαμβάνονται τις προθέσεις των άλλων ανθρώπων περίπου στα τέσσερά τους χρόνια. Η εξέλιξη της αντίληψης σχετικά με τους άλλους και η συμβολή των συζητήσεων μέσα στην οικογένεια βοηθούν τα παιδιά να μάθουν πως συμπεριφέρνονται και σκέφτονται οι άλλοι. Τα παιδιά μέχρι τους 36 μήνες χειρίζονται τη ζωή της οικογένειάς τους με πολύ επιδέξιο τρόπο: προβλέπουν και αντιμετωπίζουν τις αντιδράσεις των άλλων, τους χρησιμοποιούν για να ικανοποιήσουν τους στόχους τους, και σκόπιμα επηρεάζουν με τα πειράγματα, τη συμπαράσταση και το αστείο τις συναισθηματικές καταστάσεις τους. Είναι σημαντικό ότι κατανοούν τη συναισθηματική κατάσταση των άλλων με τους οποίους μοιράζονται την οικογενειακό περιβάλλον από όπου είναι εξαρτημένα συναισθηματικά.

Η επίτευξη της διυποκειμενικότητας, (Goncu,1999) δηλαδή της κοινής αντίληψης, αποτελεί κεντρικό ζήτημα στην ψυχοκοινωνική εξέλιξη. Μια δραστηριότητα στην οποία τα μικρά παιδιά μπορούν μα επιδείξουν διυποκειμενικότητα είναι τα παιχνίδι προσποίησης, στο οποίο δημιουργούν κοινές αναπαραστάσεις, χωρίς τη βοήθεια των ενηλίκων. Το παιχνίδι προσποίησης είναι ένα από τα πιο σπουδαία χαρακτηριστικά της πρώτης παιδικής ηλικίας. Στο παιχνίδι με τα αδέρφια, τα νήπια 18-24 μηνών υπακούουν στις διαταγές των μεγαλύτερων και κάνουν ότι τους ζητηθεί.

Γύρω στον τρίτο χρόνο έχουν ενεργεί συμμετοχή και μπορούν να παίξουν συμβολικό παιχνίδι, κατανοούν τους ρόλους που παίζουν, καταλαβαίνουν τους άλλους και έχουν την ικανότητα να εξαπατούν. Επιπλέον σε αυτή την ηλικία χρησιμοποιείται το μιμητικό παιχνίδι σαν μέσο διαπραγμάτευσης ιδεών και ενεργειών και μπορούν να μιλούν για γεγονότα υιοθετώντας την οπτική των άλλων. Χρησιμοποιούν την περιέργεια και τη μίμηση για να δημιουργούν. Τα παιδιά παίζουν το κοινωνικό παιχνίδι προσποίησης επειδή θέλουν να μοιραστούν τις συναισθηματικές τους εμπειρίες με τους συνομηλίκους. Εάν δεν έχουν κοινές εμπειρίες και ανάγκες ή αν δεν τις έχουν συνειδητοποιήσει τότε το παιχνίδι τελειώνει.

 Η εξέλιξη είναι μια κοινωνική και πολιτισμική διαδικασία

Οι γνώσεις και οι αντιλήψεις από την εξέλιξη του παιδιού αποτελούν το υπόβαθρο πάνω στο οποίο θα οικοδομηθεί τα αύριο του παιδιού. Μέσα από τη σχέση του με τη μητέρα και τους άλλους του άμεσου περιβάλλοντός του, καθορίζει τη θέση του στο κοινωνικό περιβάλλον. Η εξέλιξή του είναι πολιτισμική καθώς αναπτύσσεται σ' ένα περιβάλλον που δομείται μέσα από την ανθρώπινη προσπάθεια αιώνων. Ενθαρρύνεται να μετέχει σε τρόπους ομιλίας, συμπεριφοράς, σκέψης και συναισθημάτων που έχουν καθοριστεί πολιτισμικά από τις σχέσεις τους με άλλους, γενικά πιο έμπειρους πολιτισμικούς δρώντες  (Woodhead,κ. συν., 1999).

Η κοινωνική γνώση, η αντίληψη και τα συναισθήματα προέρχονται από οτιδήποτε κάνουμε και εν τέλει, η κοινωνική εξέλιξη, σχετίζεται με όλα αυτά και είναι πολύ δύσκολο να τη ξεχωρίσουμε από τη γνωστική ικανότητα και τη συναισθηματική εξέλιξη.


ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

  1. Goncu, A.(1999) Η εξέλιξη της Διυποκειμενικότητας στο Κοινωνικό Παιγνίδι Προσποίησης, στο Πολιτισμικοί Κόσμοι της Πρώτης Παιδικής Ηλικίας, τ. Α΄, ΕΑΠ, Πάτρα.
  2. Schaffer,H.R. (1996)  Η Κοινωνικοποίηση του παιδιού κατά τα πρώτα χρόνια της ζωής του, Ελληνικά Γράμματα.
  3. Schaffer, H.R. (1996)  Social Development, oxford, Blackwell.
  4. Singer,E. (1992) Child care and development psychology, London and New York: routledge
  5. Trevarthen, C. (1999) Η ανάγκη του παιδιού να μάθει μια κουλτούρα, στο Πολιτισμικοί Κόσμοι της Πρώτης Παιδικής Ηλικίας, τ. Α΄, ΕΑΠ, Πάτρα.
  6. Woodhead, M., Faulkner, D., Littleton, K. (1999) Πολιτισμικοί Κόσμοι της Πρώτης Παιδικής Ηλικίας, τ. Α΄, ΕΑΠ, Πάτρα.

Θεματικές Ενότητες

Επισκέπτες

Έχουμε 22 επισκέπτες συνδεδεμένους

Αίτηση Εγγραφής

Είσαι Παιδαγωγός Προσχολικής Ηλικίας ΤΕΙ;
Γίνε μέλος τώρα !

Αίτηση

ΠΑ.ΣΥ.ΒΝ Social

ΠΑΣΥΒΝ FacebookΠΑΣΥΒΝ TwitterΠΑΣΥΒΝ YouTube