14ο Πανελλήνιο Μετεκπαιδευτικό Συνέδριο Προσχολικής Αγωγής
«Προκλήσεις & Προοπτικές της Προσχολικής Αγωγής & Εκπαίδευσης στην Κοινωνία του 21ου Αιώνα»
Χαλκιδική, 31 Μαρτίου και 1&2 Απριλίου 2017

Δρ. Μουσένα Ελένη, Επιστημονικός Συνεργάτης Τμήμα Προσχολικής Αγωγής ΑΤΕΙ Αθήνας, Σχολική Σύμβουλος Προσχολικής Αγωγής

«Πολιτικές για την Ποιότητα στην Προσχολική Εκπαίδευση και Αγωγή - Η Ευρωπαϊκή Εμπειρία»

1.Πολιτικές για την ποιότητα

Ο τομέας της προσχολικής εκπαίδευσης και αγωγής κερδίζει ολοένα και περισσότερο το πολιτικό ενδιαφέρον τις τελευταίες δεκαετίες. Τόσο η Ευρωπαϊκή Ένωση όσο και οι OECD και UNISEF, εστιάζουν το ενδιαφέρον τους στην εκπαίδευση και αγωγή της πρώτης παιδικής ηλικίας παράγοντας μελέτες και προωθώντας πολιτικές με στόχο την παροχή ποιοτικών υπηρεσιών στον τομέα αυτόν. Έρευνες και πρακτικές καταδεικνύουν ότι η εκπαίδευση και αγωγή στην προσχολική ηλικία (ΕΑΠΗ) μπορεί να επιφέρει μακροχρόνια μαθησιακά οφέλη, προσωπική ανάπτυξη, κοινωνική ενσωμάτωση και ένταξη στην αγορά εργασίας στο μέλλον. Επιπλέον, τονίζουν ότι οι επενδύσεις σε μικρές ηλικίες πληθυσμού αποδεικνύονται περισσότερο ανταποδοτικές, για τα παιδιά, τις οικογένειες και τις κοινωνίες, και μπορούν να αποτρέψουν μετέπειτα διορθωτικές παρεμβάσεις, οι οποίες μπορεί να είναι περισσότερο δαπανηρές και με μικρότερα συγκριτικά αποτελέσματα. (Heckman, 2004, Melhuish & Petrogiannis, 2006). Στο ψήφισμα του Συμβουλίου της Ευρώπης, σχετικά με την αποδοτικότητα και την ισότητα στο πλαίσιο των ευρωπαϊκών συστημάτων εκπαίδευσης και κατάρτισης (2007), τονίζεται η σημασία της αναβάθμισης της ΕΑΠΗ και επισημαίνεται ότι η αποτελεσματικότητα και η ισότητα μπορούν να συμπληρωθούν κατά περίπτωση, αν οι επενδύσεις και οι μεταρρυθμίσεις επικεντρώνονται στα πρώιμα στάδια της εκπαίδευσης.

Η διαθεσιμότητα υπηρεσιών και η πρόσβαση σ’ αυτές είναι μείζων ζήτημα. Η διεύρυνση της πρόσβασης στην προσχολική εκπαίδευση μπορεί να βελτιώσει τη συνολική απόδοση και τη μείωση των κοινωνικο-οικονομικών ανισοτήτων μεταξύ των μαθητών, εάν η επέκταση της προσβασιμότητας συνάδει με την ποιότητα των παροχών (ΟΟΣΑ, 2012α). Το ζήτημα της πρόσβασης στις υπηρεσίες ΕΑΠΗ τίθεται σε ευρωπαϊκό επίπεδο από το 2002, με τους στόχους της Βαρκελώνης. Τότε το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο προσδιόρισε ότι μέχρι το 2010 τα κράτη μέλη θα πρέπει να έχουν προωθήσει πολιτικές ώστε να καλύπτεται η παροχή υπηρεσιών κατά 90% για παιδιά ηλικίας από 3 ετών μέχρι την ηλικία εισόδου στο υποχρεωτικό σχολείο, και τουλάχιστον 33% για παιδιά ηλικίας κάτω των τριών ετών. Οι στόχοι αυτοί αναπροσαρμόζονται στο Ευρωπαϊκό Στρατηγικό Πλαίσιο Ανάπτυξης (ΕΤ2020), όπου τίθεται ο στόχος της συμμετοχής στην προσχολική εκπαίδευση και αγωγή τουλάχιστον σε ποσοστό 95% των παιδιών ηλικίας 4 ετών μέχρι την ηλικία εισόδου στο υποχρεωτικό σχολείο.

Η αύξηση της πρόσβασης στην ΕΑΠΗ είναι ιδιαίτερα σημαντική για τα παιδιά που προέρχονται από μη προνομιούχα κοινωνικά στρώματα, όπως δείχνουν έρευνες. Η έρευνα του Ευρωπαϊκού Δικτύου Ευρυδίκη (Eurydice Network) δείχνει ότι οι παροχές ΕΑΠΗ μπορεί να λειτουργήσουν ως μοχλός αντιμετώπισης των κοινωνικών και πολιτισμικών ανισοτήτων (EU, 2009). Επιπλέον, οι χώρες εκείνες που καταλαμβάνουν υψηλότερη θέση στους πίνακες της PISA είναι εκείνες που διαθέτουν τα περισσότερο προσβάσιμα συστήματα εκπαίδευσης και αγωγής στην προσχολική ηλικία. Τα δεδομένα δείχνουν σημαντική σχέση ανάμεσα στα έτη προσχολικής εκπαίδευσης των δεκαπεντάχρονων και των επιδόσεών τους. Τα 15χρονα που παρακολούθησαν δύο έτη προσχολικής είχαν καλύτερες επιδόσεις. Τα παιδιά από μη προνομιούχα περιβάλλοντα ωφελούνται περισσότερο από την παρακολούθηση προσχολικής εκπαίδευσης, ενώ τα παιδιά αυτά ήταν λιγότερο πιθανό να έχουν παρακολουθήσει τουλάχιστον δύο έτη προσχολικής εκπαίδευσης. Επίσης, η παρακολούθηση τουλάχιστον ενός έτους προσχολικής εκπαίδευσης είναι ωφέλιμη για τα παιδιά με μεταναστευτικό υπόβαθρο. Ο αριθμός ετών παρακολούθησης στην προσχολική εκπαίδευση είναι ισχυρή ένδειξη των επιδόσεων στα επόμενα στάδια (OECD, 2015).

Η ανάπτυξη του ευρωπαϊκού ενδιαφέροντος για την προώθηση ποιοτικών υπηρεσιών προσχολικής εκπαίδευσης και αγωγής εμφανίζεται σε βάθος τριακονταετίας με τις ακόλουθες πολιτικές δράσεις:

  • 1986 - '96: Ευρωπαϊκή Επιτροπή Δίκτυο παιδικής φροντίδας (European Commission Childcare Network)
  • 1991: Ποιότητα στην ECEC (1991: Quality in AIF)
  • 1992: Η ΕΕ Συμβούλιο Υπουργών: Σύσταση για την παιδική μέριμνα
  • 1995: Σαράντα Στόχοι Ποιότητας στην ECE από CC δίκτυο (AIF CC network)
  • 2000: Χάρτης των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ: περισσότερο ενδιαφέρον για το παιδί
  • 2006: Αποδοτικότητα και ισότητα στο πλαίσιο των Ευρωπαϊκών συστημάτων εκπαίδευσης και κατάρτισης, Ανακοίνωση Ευρωπαϊκής Επιτροπής, 8.9.2006
  • 2008: Βελτίωση των ικανοτήτων για τον 21ο αιώνα: ατζέντα για την ευρωπαϊκή συνεργασία στο σχολικό τομέα, Ανακοίνωση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, 3.7.2008
  • 2008: Ένα επικαιροποιημένο στρατηγικό πλαίσιο για την ευρωπαϊκή συνεργασία στην εκπαίδευση και την κατάρτιση, Ανακοίνωση της ΕΕ, 16.12.2008
  • 2011: Προσχολική εκπαίδευση και φροντίδα: Παροχή σε όλα τα παιδιά μας του καλύτερου δυνατού ξεκινήματος για τον κόσμο του αύριο, Ανακοίνωση Ευρωπαϊκής Επιτροπής, 17.2.2011
  • 2011: Συμπεράσματα του Συμβουλίου για την προσχολική εκπαίδευση και φροντίδα: παροχή σε όλα τα παιδιά μας του καλύτερου δυνατού ξεκινήματος για τον κόσμο του αύριο, Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, 15.6.2011

Η Ανακοίνωση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής τον Φεβρουάριο του 2011 έθεσε τα βασικά θέματα για την εκπαίδευση και αγωγή στην προσχολική ηλικία, όπου η ευρωπαϊκή συνεργασία μπορούσε να έχει προστιθέμενη αξία. Η Ανακοίνωση βασίστηκε στις εργασίες του ΟΟΣΑ, UNICEF και στους σαράντα στόχους ποιότητας του Ευρωπαϊκού Δικτύου για τη φροντίδα του παιδιού (1996). Το Συμβούλιο των Υπουργών (2011) υιοθέτησε τα συμπεράσματα της Ανακοίνωσης και έθεσε προτεραιότητες για τη συνέχεια. Σύμφωνα με τις απόψεις τους αναγνωρίστηκε η ανάγκη για αύξηση της συνεργασίας σε διεθνές, εθνικό, περιφερειακό και τοπικό επίπεδο ανάμεσα στα κράτη μέλη, την ανάγκη για μεγαλύτερες επενδύσεις, για περισσότερη έρευνα σε ευρωπαϊκό επίπεδο και συλλογή δεδομένων με στόχο τη στήριξη της χάραξης πολιτικών και της εφαρμογής προγραμμάτων. Πιο συγκεκριμένα τα συμπεράσματα του Συμβουλίου για την προσχολική εκπαίδευση και αγωγή περιλαμβάνουν:

  1. Την παροχή ισότιμης πρόσβασης σε υψηλής ποιότητας, χωρίς αποκλεισμούς ΕΑΠΗ, ιδιαίτερα για παιδιά που προέρχονται από κοινωνικοοικονομικά μειονεκτικό περιβάλλον.
  2. Τον σχεδιασμό αποτελεσματικών μοντέλων χρηματοδότησης, μεταξύ των οποίων η στοχοθετημένη χρηματοδότηση, τα οποία να επιτυγχάνουν τη σωστή ισορροπία μεταξύ δημόσιων και ιδιωτικών επενδύσεων σύμφωνα με τις εθνικές και τοπικές συνθήκες.
  3. Την προαγωγή διατομεακών και ολοκληρωμένων προσεγγίσεων στις υπηρεσίες φροντίδας και εκπαίδευσης προκειμένου να καλυφθούν όλες οι ανάγκες των παιδιών —γνωστικές, κοινωνικές, συναισθηματικές, ψυχολογικές και σωματικές— κατά τρόπο ολιστικό.
  4. Την υποστήριξη του επαγγελματισμού του προσωπικού της ΕΑΠΗ, με έμφαση στην ανάπτυξη των ικανοτήτων, των προσόντων και των συνθηκών εργασίας τους, καθώς και την αύξηση του κύρους του επαγγέλματος. Επιπλέον, την ανάπτυξη πολιτικών που αποσκοπούν στην προσέλκυση, την κατάρτιση και τη διατήρηση προσωπικού με τα κατάλληλα προσόντα στην ΕΑΠΗ και τη βελτίωση της ισορροπίας μεταξύ των φύλων.
  5. Την προώθηση αναπτυξιακά κατάλληλων προγραμμάτων και περιεχομένων σπουδών.
  6. Την υποστήριξη των γονέων στον ρόλο τους ως πρώτων παιδαγωγών και την ενθάρρυνση των υπηρεσιών ΕΑΠΗ ώστε να συνεργάζονται στενά με τους γονείς, τις οικογένειες και τις κοινότητες προκειμένου να αυξηθεί η συνειδητοποίηση σχετικά με τη σημασία της μάθησης από μικρή ηλικία.
  7. Την προώθηση της διασφάλισης της ποιότητας με τη συμμετοχή όλων των βασικών ενδιαφερομένων, περιλαμβανομένων των οικογενειών.
  8. Την προώθηση της ευρωπαϊκής έρευνας και της συγκέντρωσης δεδομένων στον τομέα της ΕΑΠΗ.

Στη συνέχεια η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προχώρησε σε συγκρότηση Θεματικής Ομάδας Εργασίας για την Εκπαίδευση και Αγωγή στην Προσχολική Ηλικία, με σκοπό να βοηθήσει τα κράτη μέλη να προσδιορίσουν, να αναλύσουν και να ανταλλάξουν καλές πολιτικές και πρακτικές στις υπηρεσίες ΕΑΠΗ. Η παρουσίαση της θα γίνει στην ενότητα 3.

2. Έννοια της ποιότητας – Μέθοδοι αξιολόγησης

Η έννοια της ποιότητας έχει προκαλέσει μεγάλη συζήτηση μεταξύ ακαδημαϊκών και επαγγελματιών στο χώρο της εκπαίδευσης και αγωγής στην προσχολική ηλικία. Οι ορισμοί ως προς το τι συνιστά ποιότητα διαφοροποιούνται καθώς αυτή είναι μια μεταβαλλόμενη έννοια που συνδέεται με τις διαστάσεις του χώρου, του χρόνου και των πολιτισμικών συνθηκών. Οποιοσδήποτε ορισμός της ποιότητας υπόκειται σε διαρκή αναθεώρηση και δεν μπορεί να θεωρηθεί ως μια στατική έννοια (Kamerman, 2001). Ο Moss υπογραμμίζει ότι, «οι ποιοτικές υπηρεσίες πρώιμης παιδικής ηλικίας είναι μια κατασκευασμένη έννοια, υποκειμενικής φύσεως και βασίζεται στις αξίες, τις πεποιθήσεις και τα συμφέροντα, και όχι στην παγκόσμια και αντικειμενική πραγματικότητα» (Moss, 1994:4). Ενώ, η Epstein αναφέρει ότι, «Η υψηλής ποιότητας υπηρεσίες πρώιμης παιδικής ηλικίας εξαρτώνται, εν μέρει, από το άρτια εκπαιδευμένο προσωπικό» (Epstein, 1999:102).

Σύμφωνα με την προσέγγιση του Ευρωπαϊκού Δικτύου Παιδικής Φροντίδας (1996), επίσης, η ποιότητα είναι μια σχετική έννοια βασισμένη σε αξίες και πεποιθήσεις. Ο προσδιορισμός της ποιότητας είναι μια διαδικασία που είναι σημαντική από μόνη της, παρέχοντας ευκαιρίες να διαμοιραστούν, να συζητηθούν και να γίνουν κατανοητές οι αξίες, οι ιδέες, οι γνώσεις και η εμπειρία. Η διαδικασία θα πρέπει να είναι συμμετοχική και δημοκρατική, με τη συμμετοχή διαφόρων ομάδων, συμπεριλαμβανομένων των παιδιών, των γονέων και των επαγγελματιών που εργάζονται στον τομέα των υπηρεσιών. Πολλές χώρες της Ευρώπης έχουν σήμερα κοινές προοπτικές τόσο για την ποιότητα του συστήματος όσο και για την παιδαγωγική ποιότητα. Ως ποιότητα συστήματος εννοούνται οι διαρκείς δημόσιες ρυθμίσεις και η χρηματοδότηση, οι κατάλληλες περιβαλλοντικές και υγειονομικές προϋποθέσεις, η ποιότητα της διακυβέρνησης, του εργατικού δυναμικού, της εκπαίδευσης του προσωπικού. Από την άλλη πλευρά, η παιδαγωγική ποιότητα περιλαμβάνει τη βελτίωση της ποιότητας και της ποικιλίας στις παιδαγωγικές διαδικασίες και τη συμμετοχή σε παιδαγωγικές έρευνες. Σημαντικές πτυχές της ποιότητας αποτελούν το παιδαγωγικό περιβάλλον, η αναλογία των παιδιών/παιδαγωγιών, η συμμετοχή των γονέων, η διαδικασία των μεταβάσεων, και ιδιαιτέρως των παιδιών που είναι σε κίνδυνο (EC, 2014).

Η παρακολούθηση και η αξιολόγηση της ποιότητας είναι σημαντικές διαδικασίες για την καταγραφή των προκλήσεων, των περιορισμών και των επιτευγμάτων των συστημάτων ΕΑΠΗ. Η γενική συναίνεση, σε ακαδημαϊκό και πολιτικό επίπεδο, είναι ότι η συστηματική καταγραφή και συλλογή δεδομένων, είτε ως διαδικασία παροχής υπηρεσιών αυτο-αξιολόγησης από τα άτομα που εμπλέκονται άμεσα ή ως μια διαδικασία αξιολόγησης από εξωτερικούς αξιολογητές, είναι μια συνεχής στοχαστική διαδικασία η οποία μπορεί να προωθήσει τη βελτίωση των θεσμών, και να υποστηρίξει επαρκώς την ανάπτυξη του παιδιού. Η αξιολόγηση μπορεί να αναφέρεται στο παρεχόμενο έργο στο σύνολό του ή σε διαστάσεις του. Η ανασκόπηση της βιβλιογραφίας του ΟΟΣΑ για την παρακολούθηση της ποιότητας στην ΕΑΠΗ δείχνει ότι οι διαδικασίες που αναλαμβάνονται από τις χώρες για την παρακολούθηση και την αξιολόγηση της ποιότητας αντιστοιχούν σε τέσσερις διαστάσεις της ΕΑΠΗ: Την ποιότητα των υπηρεσιών, των εργαζομένων, της εφαρμογής του προγράμματος και της ανάπτυξης του παιδιού (Taguma, 2013).

Οι μέθοδοι και τα εργαλεία που κρίνονται κατάλληλα και εφαρμόζονται συμπεριλαμβάνουν παρατηρήσεις, αυτο-αξιολόγηση, συνεντεύξεις, τεστ, αξιολόγηση από συναδέλφους, αφηγηματική αξιολόγηση (portfolio), επιθεωρήσεις. Η έρευνα δείχνει ότι είναι δύσκολο να απομονωθούν τα αποτελέσματα μιας παραμέτρου παρακολούθησης της ποιότητας, διότι κάθε παράμετρος είναι το αποτέλεσμα διαφορετικών πτυχών και εμπειριών εντός και εκτός του θεσμού. Το να διαπιστωθεί αιτιώδης σχέση μεταξύ μιας συγκεκριμένης παραμέτρου και της ποιότητας δεν είναι καθόλου απλό.

Τα μοντέλα CLASS, EEL, ECERS, PSIC, EDI, εφαρμόζονται κυρίως για εσωτερικές και εξωτερικές αξιολογήσεις της ποιότητας στην ΕΑΠΗ (Mousena, 2016).

Το μοντέλο αξιολόγησης Classroom Assessment Scoring System (CLASS) είναι ένα εργαλείο παρατήρησης που αξιολογεί την ποιότητα των αλληλεπιδράσεων δασκάλου-παιδιών. Στοιχεία ερευνών δείχνουν ότι η βελτίωση των ακαδημαϊκών επιδόσεων και η ανάπτυξη των κοινωνικών δεξιοτήτων των παιδιών σχετίζονται θετικά με την ποιότητα των αλληλεπιδράσεων δασκάλου-μαθητή. Περιλαμβάνει τρεις τομείς ή κατηγορίες αλληλεπιδράσεων δασκάλου-παιδιού (emotional support, classroom organization, instructional support) (Pianta et all, 2008).
Το μοντέλο αξιολόγησης Effective Early Learning (EEL) αποτελεί μέσο ενθάρρυνσης της συζήτησης και του προβληματισμού από το προσωπικό σχετικά με το πρόγραμμά τους, τη στάση τους και την πρακτική τους προς τα παιδιά και τους γονείς, καθώς και με τη διοίκηση, τα οικονομικά και τον σχεδιασμό (Bertram & Pascal, 1997).

Το μοντέλο αξιολόγησης Early Childhood Environment Rating Scale (ECERS) περιλαμβάνει επτά υποκλίμακες: Χώρος και έπιπλα, Καθημερινή προσωπική φροντίδα, Γλώσσα – Σκέψη, Δραστηριότητες, Αλληλεπίδραση, Δομή του προγράμματος, Γονείς και προσωπικό (Harms, Glifford & Cryer, 2005).

Το μοντέλο Process Oriented Self-evaluation Instrument (PSIC) αναπτύχθηκε από το Κέντρο Ερευνών για Βιωματική Εκπαίδευση (Πανεπιστήμιο Leuven -Βέλγιο), και εκλαμβάνει το παιδί και την εμπειρία του από το περιβάλλον αγωγής ως το κύριο κριτήριο της ποιότητας. Στο κέντρο του μοντέλου αυτού διακρίνονται οι μεταβλητές της διαδικασίας, της ευημερίας και της συμμετοχής. Η ευημερία και η συμμετοχή θεωρούνται κρίσιμης σημασίας δείκτες για την ποιότητα. Το πρώτο θεωρείται ως προϋπόθεση για την εξασφάλιση της ψυχικής υγείας, το δεύτερο ως προϋπόθεση για την προωθημένη μάθηση και την ανάπτυξη (Leaver et all, 2005).

Το μοντέλο Early Development Intex (EDI) μετρά την ανάπτυξη και την ευημερία των παιδιών και αρχικά αναπτύχθηκε στο Οντάριο του Καναδά. Μετά τον Καναδά και άλλες χώρες ανέπτυξαν τα δικά τους EDI με βάση τις πολιτισμικές και κοινωνικές τους ανάγκες. Ο Δείκτης αποτελείται από μια λίστα ελέγχου που συμπληρώνει ο εκπαιδευτικός σχετικά με την ανάπτυξη των παιδιών, ενώ δεν χρησιμοποιείται ως διαγνωστικό εργαλείο για την αξιολόγηση της σχολικής ετοιμότηταs των παιδιών (Early Years Institute, 2012).

3. Η Ευρωπαϊκή Εμπειρία - Θεματική Ομάδα Εργασίας

Η συγκρότηση της ομάδας

Στα πλαίσια του στρατηγικού πλαισίου για την Ευρωπαϊκή συνεργασία στην εκπαίδευση και κατάρτιση (ET2020), η Γενική Διεύθυνση Παιδείας και Πολιτισμού της Ευρωπαϊκής Επιτροπής συγκρότησε Θεματική Ομάδα Εργασίας για την Εκπαίδευση και Αγωγή στην πρώιμη παιδική ηλικία, (Thematic Working Group on Early Childhood Education and Care - ECEC).

Η σύσταση της TWG ECEC έχει ως βάση εργασίας τα συμπεράσματα της Συμβουλίου της Ευρώπης (2011), στα οποία γίνεται λόγος για βέλτιστο ξεκίνημα στη ζωή, με στόχο την προσβασιμότητα, την ποιότητα, τις ολοκληρωμένες υπηρεσίες, τις δεξιότητες του προσωπικού και τις πολιτικές. Μέσω της ταυτοποίησης και της ανάλυσης των βέλτιστων πρακτικών και του εντοπισμού κριτηρίων, στοχεύει στην κατάρτιση ενός Ευρωπαϊκού πλαισίου ποιότητας στην ECEC.

Η σύνθεση της TWG ECEC ήταν αντιπροσωπευτική των κυριότερων εμπλεκόμενων φορέων ECEC και οι εμπειρογνώμονες ενεργούν πολλαπλασιαστικά, τόσο σε εθνικό, όσο και σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Οι εκπρόσωποι εμπλέκονται στην κατάρτιση και εφαρμογή πολιτικών ECEC στις χώρες τους και έχουν ολοκληρωμένη γνώση των εξελίξεων σε εθνικό και ευρωπαϊκό επίπεδο. Τακτικό μέλος στην ομάδα για την Ελλάδα ορίστηκε η γράφουσα.

Οι εργασίες της ομάδας

Οι εργασίες της ομάδας γίνονται με την Ανοιχτή Μέθοδο Συντονισμού (Open Method of Coordination), προκειμένου να αναπτυχθούν προτάσεις για βελτίωση της ποιότητας στην ECEC στο Ευρωπαϊκό πλαίσιο. Η ομάδα επεξεργάζεται τα υπάρχοντα δεδομένα της εκπαιδευτικής πολιτικής και πρακτικής των χωρών μελών, καθώς επίσης και τα ευρήματα διακρατικών ερευνών.

Οι εργασίες της TWG ECEC ξεκίνησαν τον Ιανουάριο του 2012, με μελέτη και ανάλυση ερευνών Ευρωπαϊκών και Διεθνών Οργανισμών για την ECEC (EURYDICE, OECD, UNISEF κά), ως βάση για τη συνέχιση του έργου της. Οι συνεδριάσεις της ομάδας πραγματοποιούνται στις Βρυξέλλες και σε χώρες μέλη με πραγματοποίηση PLA (Peer Learning Activities).

Τα μέλη της TWG ECEC κατά την πραγματοποίηση των εργασιών τους έχουν χωριστεί σε υποομάδες με βάση τα θεματικά πεδία: access, workforce, curriculum, evaluation and monitoring, governance and funding. Η γράφουσα εντάχθηκε στην υποομάδα της παρακολούθησης και αξιολόγησης.

Έχουν πραγματοποιηθεί οκτώ συναντήσεις της ομάδας στις Βρυξέλλες και επτά σε χώρες μέλη: Ουγγαρία, Ρουμανία, Ιρλανδία, Δανία, Ιταλία, Ελλάδα και Λουξεμβούργο. Κάθε συνάντηση σε χώρα μέλος είχε συγκεκριμένη θεματική, σχετική με τα θεματικά πεδία που προαναφέρθηκαν. Στη συνάντηση της TWG ECEC που έγινε στην Ελλάδα, στο Ευρωπαϊκό Συνέδριο το οποίο πραγματοποιήθηκε στα πλαίσια της Ελληνικής Προεδρίας του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης στις 19-20 Ιουνίου 2014, παρουσιάστηκε το έργο, Proposal for a Quality Framework on Early Childhood Education and Care - Report of the ET2020 Thematic Working Group on Early Childhood Education and Care under the auspices of the European Commission. Επιπλέον, στα συμπεράσματα του Συνεδρίου τονίστηκε, από όλους τους συμμετέχοντες και κυρίως από τον εκπρόσωπο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής κ. Antonio Mendes και τη Συντονίστρια της θεματικής ομάδας εργασίας κ. Nora Milotay, ότι το έργο που έγινε μέχρι τότε είναι σημαντικό, ωστόσο θεωρείται εισαγωγικό και κρίνεται απαραίτητο να συνεχιστεί.

Στο σημείο αυτό παρατίθενται οι απόψεις της Συντονίστριας της ομάδας κ. Nora Milotay, οι οποίες διατυπώθηκαν σε συνέντευξη που παραχώρησε για το περιοδικό Children in Europe (2011). H κ. Milotay τονίζει ότι, «Η πρόσβαση αποτελεί σημαντικό ζήτημα, αλλά μόνο η δημιουργία θέσεων δεν είναι αρκετή. Πρέπει να διατεθούν χρήματα, προσωπικό, γνώση και άλλα πολλά πράγματα. Όλα αυτά πρέπει να εξεταστούν σε ευρωπαϊκό επίπεδο». Για το ζήτημα του διαχωρισμού εκπαίδευσης και φροντίδας αναφέρει, «Ο διαχωρισμός της φροντίδας και της εκπαίδευσης δεν είναι πολύ λογικός, διότι αυτά τα πράγματα πρέπει να προχωρήσουν μαζί. Φυσικά οι χώρες έχουν τα δικά τους συστήματα. Αλλά σε κάθε είδους σύστημα θα πρέπει να υπάρχει μια ολοκληρωμένη θεώρηση για την πρώτη παιδική ηλικία και η φροντίδα και εκπαίδευση θα πρέπει να ενσωματωθούν σε κάθε είδους φορέα». Η κ. Milotay ελπίζει να αλλάξει ο τρόπος σκέψης σχετικά με την εκπαίδευση και τη φροντίδα κυρίως επειδή οι υπηρεσίες για τα παιδιά κάτω των τριών ετών συμπεριλαμβάνονται για πρώτη φορά στους εκπαιδευτικούς στόχους της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, και αναφέρει, «Έχουμε πολλά στοιχεία που δείχνουν ότι η πρώτη παιδική ηλικία είναι πολύ σημαντική και πολλά πράγματα μπορεί να μην πάνε καλά. (…) Θα ήταν καλό να δώσουμε μια ευκαιρία στα παιδιά στο ξεκίνημά τους, γι’ αυτό δίνουμε πραγματική έμφαση στο να υπάρχει πρόσβαση για όλα τα παιδιά. Οπωσδήποτε θα πρέπει να δώσουμε ιδιαίτερη προσοχή στα μη προνομιούχα παιδιά». Σχετικά με τις επενδύσεις των κρατών μελών στην προσχολική ηλικία τονίζει, «Πρέπει να καταστρωθεί μια στρατηγική σε ευρωπαϊκό επίπεδο για το πώς θα καθοδηγηθούν οι χώρες σε αυτό το θέμα. Οι κατευθυντήριες γραμμές θα πρέπει να τεθούν σε εφαρμογή σε όλα τα κράτη μέλη ώστε να έχουν την ευκαιρία να χρησιμοποιήσουν τη χρηματοδότηση για την πρώτη παιδική ηλικία». Για τον διάλογο που αναπτύχθηκε μέσω της Ανοιχτής Μεθόδου Συνεργασίας των μελών της ομάδας εργασίας, η κ. Milotay ελπίζει ότι ο διάλογος θα οδηγήσει σε μια πιο συνεκτική πολιτική ως προς τα εργαλεία και τις συστάσεις προς τα κράτη μέλη, ενώ υπογραμμίζει ότι, «Ελπίζω να υπάρξει μεγάλη βελτίωση σε αυτόν τον τομέα. (…) Ελπίζω ότι οι δυνατότητες αυτών των υπηρεσιών θα αξιοποιηθούν περισσότερο. Νομίζω ότι αυτό το πεδίο έχει πολλά να διδάξει σε άλλα πεδία του εκπαιδευτικού συστήματος, όμως είναι σημαντικό πρώτα να ενισχυθεί το κύρος του στην κοινωνία. Μέχρι τώρα θεωρούνταν ότι αφορά μωρά και πάνες και ότι αυτά δεν είναι τόσο σοβαρά όσο όταν τα παιδιά αρχίσουν να μαθαίνουν γραφή και ανάγνωση. Είναι όμως εξίσου σημαντικά».

Συμπερασματικά, η βελτίωση της ποιότητας της εκπαίδευσης και αγωγής στην προσχολική ηλικία αποτελεί ζήτημα μείζονος σημασίας και αυξημένου πολιτικού και ακαδημαϊκού ενδιαφέροντος, το οποίο εδράζεται σε μελέτες ότι οι επενδύσεις στην πρώιμη παιδική ηλικία επιφέρουν τα μέγιστα ανταποδοτικά αποτελέσματα για το άτομο και την κοινωνία. Βελτίωση της ποιότητας σημαίνει υψηλοί δείκτες πρόσβασης σε θεσμούς ΕΑΠΗ, υψηλών προσόντων προσωπικό, σύγχρονα παιδαγωγικά προγράμματα και συστηματική παρακολούθηση και αξιολόγηση του παραγόμενου έργου. Η Ευρωπαϊκή Ένωση προωθεί συστηματικά την ενίσχυση του συγκεκριμένου πεδίου με μελέτες και χρηματοδοτήσεις προς τα κράτη μέλη. Στη βάση όσων προαναφέρθηκαν, για την Ελλάδα προτείνεται:

  • Να ληφθούν μέτρα για την αύξηση της προσβασιμότητας όλων των παιδιών, χωρίς αποκλεισμούς, σε μονάδες ΕΑΠΗ.
  • Να προωθηθεί η αντίληψη ότι η εκπαίδευση και η αγωγή δε διαχωρίζονται, αλλά είναι απαραίτητο να συνυπάρχουν σε κάθε φορέα ΕΑΠΗ και να εφαρμόζονται κατάλληλα παιδαγωγικά προγράμματα για κάθε ηλικία, με προεξέχοντα το ρόλο του παιχνιδιού.
  • Να προωθηθεί η ενημέρωση και ευαισθητοποίηση του προσωπικού με προγράμματα επιμόρφωσης, σε θέματα υποστήριξης και διαχείρισης της γλωσσικής, πολιτισμικής και κοινωνικής ποικιλομορφίας των μικρών μαθητών.
  • Να υποστηριχθεί η διεξαγωγή ερευνών που να συνδέουν και να συσχετίζουν τη φοίτηση στην ΕΑΠΗ με μακροπρόθεσμα οφέλη για το άτομο και την κοινωνία.
  • Να θεσπιστεί ένα Εθνικό Πλαίσιο Ποιότητας για την ΕΑΠΗ στην Ελλάδα, εναρμονισμένο με το Ευρωπαϊκό Πλαίσιο Ποιότητας, στο οποίο να προσδιορίζονται τα πεδία, οι δείκτες και οι τρόποι παρακολούθησης και αξιολόγησής του.

Αναφορές

Bertram, A.D. and C. Pascal (1997). “A Conceptual Framework for Evaluating Effectiveness in Early Childhood Education”, in M. Karlsson Lohmander (ed.), Researching Early Childhood, Vol. 3, Göteborg, Suécia, Universidade de Göteborg, pp 125-150.

Children in Europe (2011). Το νέο ευρωπαϊκό πλαίσιο αναφορέα για την πρώτη παιδική ηλικία. Ελληνική έκδοση: Παιδιά στην Ευρώπη, τεύχος 20. Εκδόσεις Ντουντούμη.

Early Years Institute (2012). The Early Development Instrument (EDI). A Population-Based Measure of Children’s Early Development, PowerPoint Presentation on approach of EDI and its outcomes.

Epstein, A.S. (1999). Pathways to Quality in Head Start, Public School, and Private Nonprofit Early Childhood Programs. In Journal of Research in Childhood Education. Vol. 13. No.2. Pp. 102.

European Commission Childcare Network. (1996). Quality targets in services for young children. Brussels, Belgium: European Commission Equal Opportunities Unit.

European Commission. (2014). Proposal for key principles of a Quality Framework for Early Childhood Education and Care.

Eurydice (2009). Tackling social and cultural inequalities through early childhood education and care in Europe.

Harms, T., Clifford, R. M., & Cryer, D., (2005). The Early Childhood Environment Rating Scale: Revised Edition. New York, NY: Teachers College Press.

Heckman J.J. and Masterov, V.D. (2004) The Productivity Argument for Investing in Young Children, October 2004, University of Chicago

Kamerman, S. B. (Ed.). (2001). Early childhood education and care: International perspectives, Columbia University, ICFP, New York.

Leaver, F., et all., (2005). Well-being and Involvement in Care. A Process-Oriented Self-evaluation Instrument for Care Settings. Research Centre for Experiential Education. Leuven University.

Melhuish & Petrogiannis (Eds.) (2006). Early Childhood Care & Education: International Perspectives. London: Routledge

Moss, P. and Pence, A. (1994). Defining Quality: Values, Stakeholders and Processes. In Moss, P. and Pence, A. (Eds.) Valuing Quality in Early Childhood Services: New Approaches to Defining Quality. London: Paul Chapman Publishing.

Mousena, E., (2016). Overview of evaluation models on early childhood education and care, in: Theory and Research in the Sciences of Education, International e-journal, issue 14, ISSN: 2407-9669, p. 47-62.

OECD (2012a). Starting Strong III: A Quality Toolbox for Early Childhood Education and Care, OECD Publishing. doi: 10.1787/9789264123564-en.

OECD (2015), Education Policy Outlook 2015: Making Reforms Happen, OECD Publishing.
http://dx.doi.org/10.1787/9789264225442-en

Pianta, R. C., La Paro, K., & Hamre, B. K. (2008). Classroom Assessment Scoring System (CLASS). Baltimore: Paul H. Brookes.

Taguma, M. and Litjens, I. (2013). Literature Review on Monitoring Quality in Early Childhood Education and Care (ECEC). OECD Network on Early Childhood Education and Care: Directorate for Education and Skills.

UNICEF (2008). Benchmarks for Early Childhood Services in OECD countries.

Επισκέπτες

Έχουμε 19 επισκέπτες συνδεδεμένους

Αίτηση Εγγραφής

Είσαι Παιδαγωγός Προσχολικής Ηλικίας ΤΕΙ;
Γίνε μέλος τώρα !

Αίτηση

ΠΑ.ΣΥ.ΒΝ Social

ΠΑΣΥΒΝ FacebookΠΑΣΥΒΝ TwitterΠΑΣΥΒΝ YouTube