14ο Πανελλήνιο Μετεκπαιδευτικό Συνέδριο Προσχολικής Αγωγής
«Προκλήσεις & Προοπτικές της Προσχολικής Αγωγής & Εκπαίδευσης στην Κοινωνία του 21ου Αιώνα»
Χαλκιδική, 31 Μαρτίου και 1&2 Απριλίου 2017


Αλεξανδρίδου Παρασκευή
, Νηπιαγωγός

«Μάθηση χωρίς τοίχους (outdoor activities)»

Ο αρχικός όρος : “kindergarten”- “children’s garden”, που εισήγαγε ο Friedrich Froebel τον 19ο αιώνα, αναφερόταν σε ένα χώρο όπου τα παιδιά μαθαίνουν μέσω του παιχνιδιού στη φύση. Η ιδέα αυτή ολοένα και διαβρώνεται. Σήμερα, τα παιδιά περνούν πολύ χρόνο σε εσωτερικούς χώρους, είναι σε λιγότερο καλή φυσική κατάσταση, συγκεντρώνονται δυσκολότερα και είναι λιγότερο ικανά να συνάψουν σχέσεις με συνομηλίκους και ενήλικες συγκριτικά με τα παιδιά των προηγούμενων γενεών.

Τι θα μπορούσε να συμβεί άραγε εάν παρέχονταν στα παιδιά περισσότερος χρόνος στην ύπαιθρο;

Σύμφωνα με τις οδηγίες της National Association for Sport and Physical Education (NASPE, 2000) για τη φυσική δραστηριότητα των παιδιών μέχρι πέντε ετών τα παιδιά πρέπει να περνούν τουλάχιστον 60 λεπτά την ημέρα φυσικής δραστηριότητας σε υπαίθριους χώρους. Τα οφέλη των δραστηριοτήτων που λαμβάνουν χώρα στην ύπαιθρο είναι αναρίθμητα και αφορούν την ολόπλευρη και ομαλή ανάπτυξη του παιδιού (Lester and Maudsley, 2007). Μέσω των υπαίθριων δραστηριοτήτων (outdoor activities) προωθείται η υγεία, αφού η κίνηση και το παιχνίδι σε όλες τις καιρικές συνθήκες ενισχύει το ανοσοποιητικό σύστημα. Τα παιδιά προσχολικής ηλικίας που έχουν καθημερινή επαφή με το φυσικό περιβάλλον έχουν καλύτερη ψυχοκινητική ανάπτυξη από αυτά που δεν έχουν, ενώ αρρωσταίνουν σπανιότερα (Grahn, et al.1997, Fjortoft & Sageie 2001). Επίσης, αυξάνεται η αντοχή και αναπτύσσεται η λεπτή και αδρή κινητικότητα μέσω των χειρονακτικών εργασιών και της ελεύθερης κίνησης στο χώρο αντίστοιχα. Κατά τη διάρκεια του παιχνιδιού σε εξωτερικό χώρο, βελτιώνεται η όραση. Τα αποτελέσματα μιας έρευνας (Optometry and Vision Science) έδειξαν ότι τα παιδιά που περνούν καθημερινά λίγο χρόνο έξω, έχουν καλύτερη μακρινή όραση από εκείνα που παίζουν κυρίως σε εσωτερικούς χώρους. Ακόμη, η έκθεση στον ήλιο κατά τη διάρκεια του παιχνιδιού, οδηγεί στην πρόσληψη βιταμίνης D, με αποτέλεσμα να εμποδίζεται η μελλοντική εμφάνιση οστικών και καρδιακών παθήσεων και του διαβήτη. Επιπροσθέτως, στο εξωτερικό περιβάλλον, μειώνονται τα επίπεδα του στρες και απομακρύνεται κάποιο πιθανό αίσθημα ανησυχίας του παιδιού. (Bohling-Phillippi, 2006;Louv, 2006, (Wells 2000, Grahn, et al. 1997, Taylor et al. 2002) Ακόμη, προστατεύεται η συναισθηματική ανάπτυξή του και βελτιώνονται οι κοινωνικές σχέσεις και οι δεξιότητες διαπροσωπικής επικοινωνίας. (Moore 1996).

Σύμφωνα με τα αποτελέσματα ερευνών η εκπαίδευση κοντά στη φύση αυξάνει την ικανότητα συγκέντρωσης και μειώνονται τα συμπτώματα ΔΕΠΥ (Διαταραχή Ελλειμματικής Προσοχής- Υπερκινητικότητας, ADHD). Επιπλέον, μέσα από δραστηριότητες επίλυσης προβλημάτων και παρατήρησης βελτιώνεται η γνωστική ανάπτυξη των παιδιών. (Crain 2001). Ακόμη, αναπτύσσεται η περιέργεια, η οποία θεωρείται ως ένα από τα πιο σημαντικά κίνητρα στη δια βίου εκπαίδευση (Wilson 1997). Σε έναν υπαίθριο χώρο δίνεται στα παιδιά η ευκαιρία για φυσική δραστηριότητα, μόχθο και ξεκούραση. Επίσης, οξύνονται και οι πέντε αισθήσεις των παιδιών που στην πρώιμη αυτή ηλικία αποτελούν το βασικό μέσο διερεύνησης και κατανόησης του κόσμου και των σχέσεων που τον διέπουν. Οι εναλλαγές των εποχών και οι μεταβολές που αυτές συνεπάγονται, γίνονται άμεσα αντιληπτές στα παιδιά μέσω των αισθήσεων. (Βιωματική προσέγγιση της μάθησης). Στη φύση δεν τίθεται η ανάγκη οριοθέτησης της κίνησης του παιδιού. Έτσι περιορίζεται η εκδήλωση επιθετικότητας και τα ατυχήματα, ενώ προωθείται η εξερεύνηση των ατομικών ορίων. Η φαντασία αναπτύσσεται ελεύθερα, μέσω της μορφής του χώρου, η οποία αφήνει περιθώρια πολλαπλών ερμηνειών στο παιδί. Στη φύση, περισσότερο από οπουδήποτε αλλού προωθούνται η συνεργασία και η ομαδικότητα ως άμεσο αποτέλεσμα της αλληλεπίδρασης των παιδιών για έναν κοινό στόχο. Όσον αφορά τον ψυχοσυναισθηματικό τομέα, αναπτύσσεται η αυτοπεποίθηση και το θάρρος μέσω των ελεγχόμενων καταστάσεων ορίων τις οποίες βιώνουν τα παιδιά τόσο σωματικά όσο και συναισθηματικά.

Η βίωση της φύσης με όλες τις αισθήσεις, κτίζει τη σχέση φύσης και παιδιού, και κατ’ επέκταση την συναίσθηση με αυτή. Δίνει τη δυνατότητα ανάπτυξης συναισθημάτων σεβασμού για τον κόσμο που μας περιβάλλει, και όχι για το περιβάλλον ως έννοια χωρίς υπόσταση. Ο σεβασμός προς τη φύση και η κατανόηση ότι είμαστε μέρος ενός όλου, δημιουργεί αισθήματα αγάπης, εμπιστοσύνης και υπευθυνότητας στο παιδί. Ο συναισθηματικός δεσμός των παιδιών με τη φύση που οικοδομείται μέσω του παιχνιδιού σε εξωτερικό χώρο, δημιουργεί τη κατάλληλη βάση για την ενεργή προστασία του περιβάλλοντος στο απώτερο μέλλον.

Έξω από την τάξη μπορούν να καλλιεργηθούν όλοι οι γνωστικοί τομείς: γλώσσα, μαθηματικά, φυσικές επιστήμες, αισθητική, ιστορία, κουλτούρα, ακόμη και η τεχνολογία. Η φύση είναι από μόνη της διαθεματική, αφού υπάρχει η πολυσημία των αντικειμένων. Το υλικό είναι τόσο ευέλικτο που τα παιδιά επιλέγουν από μόνα τους πώς θα το χρησιμοποιήσουν, οξύνοντας ελεύθερα τη φαντασία τους. Η ιδέα αυτή της μάθησης στην ύπαιθρο δεν αναιρεί την μάθηση που λαμβάνει χώρα στην τάξη. Αντιθέτως, προτείνει ότι κάποια μαθησιακά αντικείμενα διδάσκονται αποτελεσματικότερα σε εξωτερικό χώρο και υπάρχουν πολλοί εκπαιδευτικοί λόγοι για να αξιοποιηθούν τέτοιου είδους μαθησιακές ευκαιρίες. Υπό αυτή την έννοια, η υπαίθρια εκπαίδευση μπορεί να συμπληρώσει την κλασική εκπαίδευση. (Eriksson-Dobrovich, 2005) Τα μοναδικά χαρακτηριστικά των υπαίθριων χώρων σε σύγκριση με τον εσωτερικό, προσφέρουν μεγαλύτερο χώρο και ελευθερία κίνησης στα παιδιά, καθώς και εξοπλισμό και υλικά που τους επιτρέπουν να συμμετέχουν στη μάθηση με όλο τους το σώμα.

Το μοντέλο της μάθησης έξω από την τάξη έχει υιοθετηθεί αρχικά από τις Σκανδιναβικές καθώς και αρκετές Ευρωπαϊκές χώρες. Το 1892 στη Σουηδία ιδρύεται η οργάνωση «friluftsfraemjandet», η οποία προσφέρει ολοήμερες δραστηριότητες στη φύση για όλες τις ηλικίες. Στη συνέχεια, στα τέλη του 1950 το κίνημα εξαπλώνεται στη Δανία και σταδιακά και σε άλλες Ευρωπαϊκές πόλεις, μέσω των δασικών χώρων ή (κέντρων) προσχολικής αγωγής που ιδρύονται. Τα παιδιά που φοιτούν σε αυτά έχουν ανεπτυγμένες κοινωνικές δεξιότητες, την ικανότητα να συνεργάζονται αποτελεσματικά σε ομάδες, υψηλή αυτοεκτίμηση και εμπιστοσύνη στις δυνατότητές τους.

Τόσο οι Σκανδιναβικές, όσο και άλλες χώρες της Ευρώπης αποτελούν πλούσιες πηγές εκπαιδευτικών επιρροών μέσω των ιδεών που έχουν προωθήσει. Οι προοδευτικές προσεγγίσεις Montessori, Waldorf, Reggio Emilia και Forest Schools φαίνεται να εξαπλώνονται σταδιακά σε όλο τον κόσμο, ενώ έχουν αρκετά κοινά σημεία, όσον αφορά τις θέσεις τους για την μάθηση στον εξωτερικό χώρο. Και οι τέσσερεις αποτελούν δυναμικές εκπαιδευτικές εναλλακτικές ως προς την κλασική εκπαίδευση και είναι πηγή έμπνευσης για μια προοδευτική εκπαιδευτική αναδόμηση.

Maria Montessori

Η Maria Montessori επινόησε το μοντεσσοριανό παιδαγωγικό σύστημα, γνωστό και ως «μοντεσσοριανή μέθοδος», το οποίο αποτέλεσε πρωτοπορία για την εποχή του και εξακολουθεί να εφαρμόζεται και σήμερα σε αρκετά σχολεία. Εισήγαγε παιδαγωγικό υλικό, προσαρμοσμένο στις ανάγκες του παιδιού και όλους τους γνωστικούς τομείς. Δημιούργησε μόνη της εποπτικά μέσα διδασκαλίας και παιδαγωγικό υλικό για να γίνονται μέσω των αισθήσεων κατανοητά όλα τα μαθησιακά αντικείμενα. Ο σεβασμός στην προσωπικότητα του παιδιού είναι η πρώτη αρχή της μεθόδου που ανέπτυξε, ενώ η θετική στάση απέναντι στο έμψυχο και άψυχο περιβάλλον, κατέχει κύρια θέση στη συγκεκριμένη θεωρία. Σύμφωνα με την Maria Montessori το εξωτερικό περιβάλλον θα έπρεπε να είναι η προέκταση της αίθουσας διδασκαλίας. Το όραμα της ήταν ο συνδυασμός του εσωτερικού και του εξωτερικού χώρου. Ήταν ένας τρόπος να μελετά τον τρόπο με τον οποίο αλληλοσυνδέονται όλοι οι γνωστικοί τομείς. Για εκείνη, η αφαίρεση του διαχωρισμού του εσωτερικού και του εξωτερικού χώρου επιτρέπει στα παιδιά να ακολουθούν τις επιθυμίες τους ελεύθερα και φυσικά.

Όσον αφορά το ρόλο των εκπαιδευτικών είναι εκείνοι που δομούν το παιδικό περιβάλλον ώστε αυτό να παράσχει περισσότερες ευκαιρίες για μάθηση. Στο Μοντεσσοριανό σύστημα τα πολύ μικρά παιδιά δεν αναγκάζονται να ζήσουν σε χώρους που έχουν κατασκευασθεί από και για τους ενήλικες, αλλά σε φιλικά και ευχάριστα περιβάλλοντα, όπου ακόμα και τα αντικείμενα που χειρίζονται σέβονται τις διαστάσεις τους.

Υπάρχουν ποικίλοι τρόποι για να δημιουργήσει κανείς τη δική του «υπαίθρια τάξη», εμπνευσμένη από τις αρχές της Montessori. Μια ήσυχη περιοχή ανάγνωσης θα μπορούσε κάλλιστα να βρίσκεται στο γρασίδι, κάτω από τα δέντρα. Οι δραστηριότητες καθημερινού πρακτικού βίου (practical life) ιδανικά θα καλύπτονταν μέσω της καθημερινής φροντίδας των φυτών και των ζώων. Τα φυσικά υλικά μπορούν να προσφέρουν αναρίθμητες ευκαιρίες για την ανάπτυξη του αισθητηριακού τομέα, ενώ μικρά κλαδιά, βότσαλα και φύλλα μπορούν να χρησιμοποιηθούν για την ανάπτυξη δραστηριοτήτων με άξονα τα μαθηματικά. Ένα Μοντεσσοριανό πρόγραμμα στον εξωτερικό χώρο μπορεί να περιλαμβάνει την κηπουρική, την συλλογή και την ταξινόμηση φυσικού υλικού, την σχεδίαση στην άμμο, την φροντίδα του βιοτόπου μιας μικρής λίμνης. Γενικότερα, η Μοντεσσόρι υποστήριζε τις δραστηριότητες με συγκεκριμένο στόχο που ήταν μέρος ενός καλά οργανωμένου περιβάλλοντος.

Rudolf Steiner

Η παιδαγωγική του R. Steiner έχει της ρίζες της στη Γερμανία στην αρχή του 20ου αιώνα (1919). Σύμφωνα με αυτή, το παιχνίδι σε εξωτερικό χώρο είναι απαραίτητο για την προσχολική ηλικία και οι βόλτες όπου το παιδί μπορεί να συλλέξει «εποχιακούς θησαυρούς» είναι σημαντικές καθώς μπορεί να συνδυαστούν με ιστορίες, δραστηριότητες και κινήσεις προκειμένου το παιδί να βιώσει εμπειρικά το ρυθμό ενός ολόκληρου έτους.

Έμφαση δίνεται στο περιβάλλον και στη χρήση φυσικού υλικού, ενώ τα παιδιά ενθαρρύνονται να αναλαμβάνουν ρίσκα κατά το παιχνίδι τους στην ύπαιθρο.

Το νηπιαγωγείο θα ήταν καλό να έχει ένα προστατευμένο και ασφαλή υπαίθριο χώρο για παιχνίδι και εργασία, όπου τα παιδιά μπορούν να αναρριχηθούν στα δέντρα, να κρύβονται σε θάμνους ή να παίξουν στην άμμο ή στη λάσπη. Ο εξωτερικός εξοπλισμός είναι απλός, με μια επιλογή από σχοινιά, εργαλεία σκαψίματος, και φυσικά υλικά, όπως κλαδιά για την κατασκευή αυτοσχέδιων κρησφύγετων. Εάν ο εξωτερικός χώρος του σχολείου είναι περιορισμένος, καλό θα ήταν τα παιδιά να μεταφέρονται σε κάποιο τοπικό πάρκο ή όπου αλλού μπορούν να βιώσουν τη φύση. Όπου είναι δυνατόν, τα παιδιά εισάγονται στην κηπουρική, όπου υπάρχει μια ευκαιρία να εξοικειωθούν με τη διαδικασία από την καλλιέργεια μέχρι τη συγκομιδή. Όπως είπε ο R. Steiner για τα σχολεία Waldorf «δεν πρόκειται για σχολεία που τα παιδιά κάνουν ό,τι τους αρέσει, αλλά για σχολεία που στα παιδιά αρέσει ό,τι κάνουν».

Reggio Emilia

O Loris Malaguzzi εισήγαγε την πρωτοποριακή του ιδέα στη βόρεια Ιταλία, επιδιώκοντας να εξαλείψει τη δίνη που προκάλεσε ο Β’ παγκόσμιος πόλεμος στην υγεία και την ευημερία των μικρών παιδιών και των οικογενειών τους. Η προσέγγιση Reggio Emilia έχει στο επίκεντρό της την ολόπλευρη ανάπτυξη του παιδιού και την ενίσχυση της δημιουργικότητας του. Τα παιδιά εισάγουν τις ιδέες τους με τους δασκάλους να διευκολύνουν και να ενθαρρύνουν την εξέλιξη της μάθησής τους.

Υιοθετώντας αυτή τη διαδικασία του «ακούειν» και του «παρατηρείν» βρίσκει κανείς τον τρόπο να εξερευνήσει τις εκατό γλώσσες του παιδιού. Είναι οι ιδέες και τα ενδιαφέροντα των παιδιών που καθοδηγούν τη μαθησιακή διαδικασία, παρά ένα προκαθορισμένο πρόγραμμα. Επιπρόσθετα, ο χώρος (τόσο ο εσωτερικός όσο και ο εξωτερικός) στα σχολεία του Reggio Emilia αποτελεί σημαντικό παράγοντα για την εξέλιξη της μάθησης. Κατέχει βασικό ρόλο στην εκπαιδευτική διαδικασία δεδομένου ότι με την κατάλληλη οργάνωση και τον εξοπλισμό ενισχύει τη μάθηση και υποκινεί την ενεργή αλληλεπίδραση του παιδιού με το περιβάλλον.

Η φροντίδα και η προσοχή με την οποία οργανώνουμε τον εξωτερικό χώρο ενισχύει την φαντασία των παιδιών, την δημιουργικότητα, την εξερεύνηση, την ανακάλυψη, την διάθεση και την περιέργεια για αναζήτηση. Η ιδέα του περιβάλλοντος ως τρίτου δασκάλου μπορεί –και οφείλει- να παρέχεται με προσοχή, τόσο στον εξωτερικό όσο και στον εσωτερικό χώρο. Ένα περιβάλλον διαμορφωμένο με έμφαση στην αισθητική και την οργάνωση, που προκαλεί και προσκαλεί τα παιδιά, προωθεί την εις βάθος μελέτη, την επικοινωνία και την αλληλεπίδραση μεταξύ τους. Τα δέντρα, τα φυτά και η βλάστηση προσφέρουν στους υπαίθριους χώρους μια σειρά από χαρακτηριστικά: Η εικόνα τους ακολουθεί τη διαδοχή των εποχών. Χρώματα, αρώματα και οπτικές αλλάζουν καθώς αλλάζουν οι μήνες και οι εποχές. Η ενασχόληση με το φυσικό υλικό προωθείται, καθώς είναι ανοιχτό σε χρήσεις και ερμηνείες και μπορεί να χρησιμοποιηθεί από τα παιδιά με ποικίλους τρόπους.

Σχολεία του Δάσους

Στα σχολεία του δάσους, οι εγκαταστάσεις βρίσκονται συνήθως στο δάσος και η μάθηση λαμβάνει χώρα έξω στη φύση. Το περιβάλλον είναι οργανωμένο με τρόπο που να είναι όσο το δυνατόν ασφαλέστερο ώστε να προωθεί την ανάληψη ρίσκων από τα παιδιά. Για τα Σχολεία του Δάσους «δεν υπάρχει κακός καιρός, υπάρχουν μόνο ακατάλληλα ρούχα» (Ranulph Fiennes). Τα παιδιά με κατάλληλο εξοπλισμό και ρουχισμό βρίσκονται συνήθως ολόκληρη την ημέρα έξω, ανεξαρτήτως καιρικών συνθηκών. Με τον τρόπο αυτό μπορούν να απασχολούνται στο εξωτερικό περιβάλλον σε αρμονία με τον ατομικό τους ρυθμό και τα ενδιαφέροντά τους. Επίσης έχουν τη δυνατότητα να βιώσουν την εμπειρία της βροχής, της λιακάδας, της χιονόπτωσης και όλων των υπόλοιπων καιρικών φαινομένων που διαμορφώνουν το περιβάλλον στο οποίο βρίσκονται. Στα σχολεία του δάσους υπάρχει η πεποίθηση πως ότι ακριβώς μπορεί να διδαχθεί ένα παιδί μέσα στην τάξη, μπορεί να το διδαχθεί και έξω από αυτή. Τα ανοιχτού τύπου υλικά-κινούμενα μέρη (loose parts), είναι μέρος της μάθησης στα δασικά σχολεία. Είναι τα υλικά που μπορούν να μετακινηθούν, να συνδυαστούν, να επανασχεδιαστούν, να σειροθετηθούν, και να διαχωριστούν και να επανατοποθετηθούν μαζί με ποικίλους τρόπους.(Simon Nicholson, 1971)

«Η φύση, που διεγείρει όλες τις αισθήσεις, παραμένει η πλουσιότερη πηγή «ανοιχτού υλικού».

Κλαδιά, πέτρες, κουκουνάρια, καρποί και φύλλα, αποτελούν το εκπαιδευτικό υλικό στα σχολεία του δάσους.

Η μαθησιακή διαδικασία βασίζεται στο παιχνίδι, ξεκινά από τα ενδιαφέροντα των παιδιών, και καθοδηγείται με βάση αυτά. Αυτό το παιδοκεντρικό σύστημα, επιτρέπει στα παιδιά να δημιουργήσουν ελεύθερα, να μοιραστούν και να αναπτύξουν τις ιδέες τους. Προϋποθέτει βέβαια ευαισθησία και ενσυναίσθηση από την πλευρά των παιδαγωγών απέναντι στις ανάγκες των παιδιών. Την εφαρμογή της παιδαγωγικής του «ακούειν». Οι εκπαιδευτικοί αφουγκράζονται τις επιθυμίες, τις ανάγκες και τα ενδιαφέροντα των παιδιών, τα ακολουθούνε κάνοντας αντίστοιχες προτάσεις ώστε να εξελιχθεί η μαθησιακή διαδικασία και τα συνοδεύουνε στην πορεία αυτή. Η εμπιστοσύνη αποτελεί κεντρική ιδέα του συστήματος σε μια αμφίδρομη και ουσιαστική σχέση μεταξύ παιδιών και παιδαγωγών. Κατά τη διάρκεια του προγράμματος, τα παιδιά έχουν την ευκαιρία να χειριστούν προσαρμοσμένα στο μέγεθός τους εργαλεία (πριόνια, μαχαίρια, γκαλέμια) προκειμένου να κατασκευάσουν κάτι. Είναι σημαντικό για τα παιδιά να μαθαίνουν να αξιολογούν και να αναλαμβάνουν διαχειρίσημους κινδύνους. Εάν το περιβάλλον τους είναι υπερβολικά ασφαλές υπάρχει περίπτωση είτε να οδηγηθούν σε επαναλαμβανόμενο παιχνίδι είτε να νιώσουν ανία. Το “επικίνδυνο” και ο ελεγχόμενος φόβος που προκαλεί το ριψοκίνδυνο παιχνίδι, δίνει τη δυνατότητα στα παιδιά να ανακαλύψουν τα όριά τους και να τα ξεπεράσουν, να μάθουν δεξιότητες ζωής, να επιτύχουν, να αποτύχουν, να δοκιμάσουν ξανά, να εντοπίσουν νέους τρόπους για να υλοποιήσουν τις ιδέες τους. Δραστηριότητες που ενέχουν κάποιο ρίσκο (αναρρίχηση, ισορροπία κ.α) δίνουν στα παιδιά την ευκαιρία να εξερευνήσουν τα όριά τους, να θέτουν στόχους, να διαχειρίζονται καταστάσεις και να ξεπερνούν τυχόν εμπόδια, ενισχύοντας έτσι την αυτοπεποίθησή τους. Η εξερεύνηση των ορίων ενός ατόμου στην παιδική του ηλικία μπορεί να συμβάλλει στην αποφυγή της διαδικασίας αυτής στο μέλλον.

Βιβλιογραφία:
Βιβλία:
Ξενόγλωσσα:

  • Forest Schools and Outdoor Learning in the Early Years, Sara Knight, Sage, 2009
  • Play, Learning and the Early Childhood Curriculum, Elizabeth Wood & Jane Attfield, Sage, 2005
  • The Hundred Languages of Children: The Reggio Emilia Approach to Early Childhood Education, Carolyn Edwards, Lella Gandini, George Forman, 1993

Ελληνόγλωσσα:

  • Να χτίσουμε τον κόσμο που ταιριάζει στο παιδί, Μαρία Μοντεσσόρι, Γλάρος, 1977

Διαδικτυακές πηγές:

Επισκέπτες

Έχουμε 20 επισκέπτες συνδεδεμένους

Αίτηση Εγγραφής

Είσαι Παιδαγωγός Προσχολικής Ηλικίας ΤΕΙ;
Γίνε μέλος τώρα !

Αίτηση

ΠΑ.ΣΥ.ΒΝ Social

ΠΑΣΥΒΝ FacebookΠΑΣΥΒΝ TwitterΠΑΣΥΒΝ YouTube